Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

Περίπου συνέχειας γραφή (Φανταστικός ρεαλισμός)


Η Άννα ζητάει επειγόντως από τον κολλητό της τον Γιάννη συνάντηση. Του ανακοινώνει ότι χώρισε μετά από εφτά χρόνια σχέση με τον Κώστα. Του λέει τα εξής : «Άντε, να δω πότε να δω πότε θα βρω τον άντρα να συνεχίσω τη πορεία της ζωής μου»...

Μόλις τελειώνει τη φράση της, ανασηκώνει το βλέμμα της και… αυτό είναι. Η ματιά της συναντά έναν φαινομενικά απαρατήρητο τύπο στο απέναντι τραπεζάκι της καφετέριας που πίνει νωχελικά – μάλλον ώρα – τον καφέ του και από την φόρτιση της κουβέντας δεν είχε μάτια, ή καλύτερα, ματιά να κοιτάξει γύρω της. Η αναγνώριση συμβαίνει. Κι η δική του ματιά τη συναντά. Τα βλέμματα μιλούν με ταχύτητα σιωπής. Βρίσκει αμέσως και άξαφνα μια πρόφαση και χωρίς εξηγήσεις, διώχνει τον Γιάννη δήθεν σε κάποια φιλική ξεχασμένη υποχρέωση. Μένει μόνη με τον καφέ, περίπου στα μισά, ένα διπλανό μισοτελειωμένο τσάι, τα τσιγάρα της – συντροφιά πιστή – κι ένα τασάκι με λιγοστά αποτσίγαρα παρόντα. Να αναρωτιέται. Τη πρώτη κίνηση. Μετά από τόσα χρόνια σταθερής σχέσης έχει βγει για τα καλά από το πεδίο του φλερτ. Όμως, η μικρή παρατήρησή της την ωθεί στη σκέψη πως αν το πρώτο βλέμμα ήταν όντως αναγνώρισης, τότε μόνο μια κίνηση θα ήταν αρκετή. Να περάσει δίπλα του. Να οριστούν τα βήματα μιας πορείας με έναν μικρό στόχο όπως το να πάρει στα χέρια της μια εφημερίδα που διανέμεται δωρεάν και να του δώσει την ευκαιρία να γίνει ο πρωταγωνιστής της σκηνής της. Πηγαίνει, λοιπόν, περνά δίπλα του, παίρνει στα δάχτυλά της το συνηθισμένο σχήμα των χαρτιών που σχηματοποιούν τον ορισμό της διάδοσης γεγονότων και πληροφοριών και συμβαίνει. Τί; Αυτό ακριβώς που περίμενε. Την αγγίζει. Όχι αυτή κάτι δικό της. Το άσπρο μαντήλι που κρέμεται από τα μαλλιά της. Κι οι ματιές συναντιούνται σαν τη πρώτη ματιά ξανά. Κι ακούει τη φωνή του : « Αν κάθε συνάντηση είναι ένας νοητός κόμβος, θα ήθελα να μοιραστούμε το τραπέζι αυτό». Απομακρύνεται και κινείται στον χώρο και δεν μπορεί να αναγνωρίσει τί πρωτοκουβαλά. Φτερά στους ώμους, ανασαίνουσα βόμβα ψυχής ή πρόσθετο ύψος στο σώμα; Και για πρώτη φορά δεν την νοιάζει η απάντηση. Κάθεται σαν να πλέει, ανασαίνει σα να βρίσκεται σε βυθό και κοιτά σα να της έχουν χαριστεί τα πάντα. Όμως, ένα απροσδόκητο και επίμονο χτύπημα τηλεφώνου την ξυπνά. Ανοίγει τα μάτια και βλέπει στην άκρη του κρεβατιού τον Κώστα. Στην άλλη πλευρά του τηλεφώνου είναι ο Γιάννης.

 

Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2015

Χριστόφορος ή οι τρόποι των τεσσάρων

Οι στιγμές μαζί του λιγοστές. Η κατανόηση αρκετή. Θα προσπαθήσω να τον εξηγήσω. Να τον ερμηνεύσω σε λίγες γραμμές, με λίγες λέξεις, με μελάνι και χαρτί. Ίσως για να μη ξεχάσω, ίσως για να θυμηθώ. Ίσως, ταυτόχρονα, για να φανερώσω μια πορεία. Άλλου. Ξένου; Ξένιου; Κοντινού; Σίγουρα ξεμακραίνοντας…

Εν πρώτοις, συνάντησε κάποιον που θέλησε να υπερτονίσει το σώμα, τα πάθη και όποια λογική τα συνοδεύουν. Τον έπεισε ότι τα κατάφερε. Έγινε δήθεν δεκτικός στις φράσεις και στις παρωχημένες λογικές του, ακόμα-ακόμα και σε εκείνες τις ανυπέρβλητες λαϊκίστικες θυμοσοφίες του. Έκρυβε καλά το γελοίο – και το γέλιο του. Προχώρησε.

Συνάντησε, δευτερευόντως, το αναμενόμενο του πρώτου. Τη προσφορά σώματος. Σε πολλές εκδοχές. Ηλικιακές, χρονικές, τοπικές. Έγνεψε καταφατικά. Έπεσε στεκόμενος. Έμαθε τους τρόπους της – γιατί για περίπου γυναίκα επρόκειτο – και προχώρησε.

Συνάντησε, τριτεύοντος, τη δικλείδα των δύο προηγούμενων και μαζί του τέταρτου. Του κορυφαίου. Όπως νόμιζε ο ίδιος, δηλαδή ο τέταρτος. Άκουσε λογικές της πιάτσας, παραποιημένους ρυθμούς, θυσιασμένες λειτουργίες ανθρώπων στο βωμό μιας πλασματικής τρέλας που βόλευε αυτόν που αγάπησε και μπόρεσε να αγαπήσει μόνο τον εαυτό του. Και κανέναν άλλο. Μιμήθηκε, λοιπόν, δανεικούς τρόπους, έκλεψε, ένιωσε, έστειλε.

Τέλος, δήθεν φευγαλέα συναντήθηκε με τον αίτιο. Σε μεγάλες ανάγκες επαφής ή γέλιου, ποιος να διακρίνει; Ξεπέρασε όλους τους τρόπου του με ΑΓΑΠΗ κι έκανε όλο το μαύρο που μπορούσε να φέρει και να νομίσει πως τον κάνει δυνατό, ολόλευκο. Υποψιάστηκε, φαντάστηκε, υπέθεσε. Στάθηκε.

Και τώρα, εγώ, λίγες στιγμές κοντά του τον ονομάζω Χριστόφορο. Άλλου καιρού. Άλλων τρόπων. Μαθημένη να στέκομαι. Να αναγνωρίζω και να δείχνω. Για παρακάτω και για ψηλότερα.

Υ.Γ. Και οι τέσσερις και οι τρόποι τους προσπάθησαν να με ερμηνεύσουν. Μάταια.   

                                                                                                                                                                                              7/12/15                                                                                                                                                                                                                                  

Πληγή # νιοστού ή Εικόνα κόκκινη

Καιρό πολύ
γυρνούσες στη σιωπή,
οι λέξεις μαχαιρώνουν
ή αιμορραγούν.
Ματιές - μαχαιριές
δίνεις ή παίρνεις,
δεν έχει σημασία πια.
Ο πόνος φίλος
να σε χαιρετά
σε κάθε επαφή.
Να στρίβει στη γωνία
για να πεταχτεί
σαν γάτα
στις ρόδες.
Μπερδεύονται οι στιγμές.
Αυτές που όριζαν πορείες μαγικές.
Ο χρόνος γελάει,
ξέρει αυτός,
πάντα θα κινάει.
Κι αν δείχνει να νικιέται
είναι για να νιώθει παρών.
Ανησυχείς, τώρα,
σαν τρομαγμένο πουλί,
πού να βρεις στέγη και τροφή,
ή, έστω, μια μαχαιριά καυτή.
Να τρέχει το αίμα ποτάμι
με λύτρωση και θυσία να μοιάζει.

                       1/11/09

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2015

Αντιγόνη ή μια ύπαρξη με δανεικό όνομα


Είναι Μάρτης του 1982. Άνοιξη. Ένα μωρό γεννιέται. Μια ψυχή κατεβαίνει στη γη από το πλανήτη των αγέννητων, όπως θα ακούσει 29 χρόνια μετά σε μια θεατρική παράσταση. Φθάνει σε μια οικογένεια, πηγαίνει σχολείο, μεγαλώνει. Μοιάζει με όλους και, ταυτόχρονα, όπως όλοι, δε μοιάζει με κανέναν. Κάτι την οδηγεί και οδηγείται. Κάποια της χαρίζονται και χαρίζει. Όσα της δίνονται, τα δίνει. Και δε μένει άδεια, όπως θα περίμενε κανείς. Υπακούει σε κάτι που την ξεπερνά. Κάτι εσωτερικό, ανώτερο. Στιγμές-στιγμές προσπαθεί να το προσδιορίσει. Το ονομάζει τότε θείο, ψυχή, όνειρο, ουτοπία ή, απλά, παιδί.
 Κάποιος στη διαδρομή τη συγκρίνει με την Αντιγόνη, εκείνη την ηρωίδα που ακολούθησε τον εσωτερικό της νόμο πάνω από τον συμφωνημένο, αυτόν της κοινωνίας. Το άκουσε, χαμογέλασε, προχώρησε. Δεν την αγγίζουν λόγια καλά και προσβολές, εξίσου. Πορεύεται σε έναν δρόμο που φτιάχνει στιγμή τη στιγμή, λέξη τη λέξη. Και πάει. Ανηφορικά, όπως λέει, ελπίζοντας. Ή ανηφορικά, όπως ελπίζει, λέγοντας. Συναντά και δε προσπερνά. Ξεχνά για να θυμάται και θυμάται για να ξεχνά. Την ορίζουν, συχνά-πυκνά, ο χώρος και ο χρόνος που ενυπάρχουν όπως αντιλαμβάνεται ο ένας μέσα στον άλλο αλλά θέλει να χαρακτηρίζεται άτοπη και άχρονη.
 Τη γνώρισα κι εγώ. Για λίγο. Όπως θέλει σχεδόν πάντα. Με τη μόνιμή τάση φυγής. [Κάποιοι της καταλογίζουν αδυναμία δεσμού]. Για το παρακάτω. Με το φευγαλέο βλέμμα και τις μοιρασμένες στιγμές με τη προαίρεση απ’ τη μεριά της για δύο. Στάθηκα είδα. Αργώ να αξιολογήσω. Κι είναι κάτι που δεν ενοχλεί. Ίσως η όποια απόσταση να βάζει τα πράγματα στις πραγματικές τους διαστάσεις, στο μέτρο τους. Τη σκέφτομαι στο δρόμο, το σπίτι, την ασχολία. Να είναι και να μην είναι. Να υπάρχει και να μην υπάρχει. Να ορίζει και να μην ορίζει. Αλλά, δε πειράζει. Αντιγόνη, δεν την είπανε;

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

Δια ασήμαντης αφορμής


-Δεν ξέρω τί με τράβηξε σε εκείνο τον νεαρό.  Αν ήταν ο τρόπος του, τα λόγια του ή η χροιά της φωνής του. Έμεινα να ακούω τα όσα έλεγε στο κινητό και να αναρωτιέμαι ποια ήταν στην άλλη πλευρά της συνδιάλεξης. Φλερτ, σχέση, προοπτική, φαντασιοπληξία, φίλη; Μια φράση που ακολούθησε μου έλυσε τον γρίφο. «Συναντιόμαστε κάθε Παρασκευή», είπε στον διπλανό του, μάλλον κολλητό.

Ήταν τότε που χωρίστηκαν οι δρόμοι μας κι έπρεπε να προλάβω το λεωφορείο αλλά κάτι μού ’χε κάνει αυτός ο νεαρός. Τον κουβαλούσα στη δουλειά, στο διάλειμμα και στο σπίτι. Ίσως ήταν που δεν τον έπιασα, να του πω δυο λόγια. Καρδιάς.

Είχα υπάρξει στη θέση του. Όπως όλοι. Έρωτας ο αίτιος, λοιπόν. Ξαναγύρισα σαν να ‘ταν ταινία σε δικούς μου έρωτες. Με χρονική σειρά. Όχι έντασης και σημασίας. Είχαν συμβεί λίγα, πολλά; Ποιος, στ’ αλήθεια, μπορεί να μετρήσει; Και τί να μετρηθεί;

Οι κοινές στιγμές, οι ματιές, οι «αναταράξεις» στο στομάχι, τα σημειώματα και τα μηνύματα, τα τηλεφωνήματα –σύντομα και εκτενή- , οι διαδρομές, οι ανάσες, τα φιλιά, τα «γεια», τα «τα λέμε», τα «αντίο», τα «ναι» και τα «όχι»; Πώς ζυγίζονται όλα αυτά και από ποιόν; Και πότε;

Όλα αυτά και όσα περιέχοντα ανάμεσα στις λέξεις ήθελα να του πω και μια συμβουλή. Αν μπορούσα. Αν είναι έρωτας όπως τον είχες φανταστεί, αφέσου!

Φόρεμα τεσσάρων εποχών


Αγοράστηκα τυχαία, απρογραμμάτιστα. Βρισκόμουν κρεμασμένο σε ένα κατάστημα μια ήσυχη μέρα και περίμενα ιδιοκτήτρια και τη βρήκα. Είμαι ένα μαύρο φόρεμα. Θυμάμαι ακόμα πώς με άγγιξε για να νιώσει το ύφασμά μου, πως με ξεκρέμασε και με οδήγησε στο ταμείο. «Αυτή η κοπέλα έχει κάτι »: είπα μέσα μου. Είχα δει και τις άλλες, των άλλων φορεμάτων. Και δεν έκανα λάθος. Όταν έφτασε σπίτι, με δοκίμασε μια φορά και κοιτάχτηκε κλεφτά στον καθρέφτη μαζί μου. ‘Έπειτα, πλύσιμο, στέγνωμα, σιδέρωμα. Κι αναμονή. Πολύ αναμονή. Από τη μεριά μου και από τη μεριά της. Να βρεθεί η κατάλληλη περίσταση.  Βλέπετε, ένα μαύρο φόρεμα δεν φοριέται καθημερινά.

Και βρέθηκε. Η πρώτη φορά ήταν μια συναυλία. Όλη η αναστάτωση κι ο ενθουσιασμός της για το τι θα περιέκλειε είχε μεταφερθεί σε κάθε ίνα μου, μαζί με το άρωμά της που από το λαιμό της έφτανε στο άνοιγμά μου. Και μετά; Οι κινήσεις της να γράφονται πάνω μου και στο τέλος της βραδιάς όλοι οι ήχοι να έχουν διαπεράσει όλα τα μαύρα κύτταρά μου. Καλοκαίρι γαρ…

Έπειτα πάλι αναμονή. Περίστασης. Και η περίσταση ξανάρθε. Ένα κρύο βραδάκι, μια τάση φυγής από όλα κι από όλους, η εικόνα της θάλασσας –ανάγκη μόνιμη- και η παρέα μου; Ένα μαύρο ζακετάκι που με τύλιξε απαλά όπως και τους ώμους της. Ακολούθησαν σκέψεις πολλές κι αποφάσεις για να παρθούν και να ξεχαστούν. Έτσι, όμως, δεν συμβαίνει πάντα; Επιστροφή στα καθημερινά μετά και σε συνήθειες που σκεπάζουν ό,τι μας ορίζει. Και μετά; Ένα φθινόπωρο, ένας χειμώνας.

Ένας  χειμώνας γεμάτος υποχρεώσεις κι εγώ σε μια ντουλάπα να περιμένω να ξαναφορεθώ. Για να της θυμίσω κάτι. Από εκείνη. Και συνέβη. Με θυμήθηκε. Εκείνη. Συμβατικά. Ο λόγος; Μια θεατρική πρεμιέρα. Με φόρεσε με ζιβάγκο χοντρό καλσόν και μπότες. Βάφτηκε –πράγμα σπάνιο- βάρια και πήγε. Σαν μάσκα ανάμεσα σε τόσες. Κι ας ξεχνά πως είναι βαμμένη, κι ας κουβαλά παιδικές εκφράσεις κάτω από το μέικ-απ. Κι ας μη μπορεί να αποποιηθεί τη κοπέλα για το ρόλο της ποθούμενης. Κάθισε, λοιπόν, σε πίσω κάθισμα (ή ,μήπως βούλιαξε) –επιθυμία αιτούμενη- και περισσότερο άκουσε τη παράσταση παρά την είδε. Είναι και η φόρτιση, βλέπετε. Τώρα, θα έχετε αρχίσει να καταλαβαίνετε πως δεν έπεσα έξω στη πρώτη μου εντύπωση… Επιστροφή στο σπίτι με βραδινή διαδρομή γεμάτη νέες εντυπώσεις και ζυμώσεις βιωμάτων που ακουμπούν και μένα μια και τρόπον τινά με φέρει καθώς και μικρά σημειώματα σκέψεων κατώτερα να εκφράσουν τα πραγματικά αισθήματα και τις αισθήσεις που ανακινήθηκαν. Προβλέψιμο; Ναι. Αναμονή. Ντουλάπα. Μια τρύπα από σκώρο. Μέρες, στιγμές, αλλαγές, παρατήρηση. Και βγαίνουμε στην άνοιξη.

Και τη πιο ξεχωριστή περίσταση για εκείνη.  Την συνάντηση με παιδιά.  Με ντύνεται , απλά, δίχως τίποτα άλλο καθότι κοντομάνικο και ντύνεται, ταυτόχρονα, κάτι ανάμεσα σε παιδί-κορίτσι-γυναίκα και  πάει. Με όλη τη πρόθεση να δοθεί σε μικρά και μεγάλα. Γνωρίζοντας, πια, πως κι εγώ θα καταγράψω κάτι  πίσω από κάθε γέλιο, ξάφνιασμα, περισυλλογή ή σκανταλιά. Και οι στιγμές γίνονται όμορφες, πολύχρωμες, χρυσές. Τολμώ να πω σχεδόν διάφανες. Είναι εκεί που όλα καταργούνται και εγώ παύω να ορίζομαι μαύρο. Κι αν κάπου στο εδώ και το τώρα οι αποχρώσεις σας έκλεισαν το μάτι, τότε έχουμε συνεννοηθεί.

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

Προσωπογραφία #20 ή Σχεδόν πρόστυχο


Διερρήγνυες καρδιές με δήθεν αγάπη

με έπειθες παιδικά

για όσο

πέρασα σε μια νύχτα στροφής

τη βασική εκπαίδευσή σου.

Αναδύθηκα.

Δε μίκρυνα

Όπως θα ‘θελες.

Τώρα με κοιτάς

από μακριά κι από κοντά

έχεις θάρρος να αγγίζεις

αλλά να μην ακουμπάς

εμένα.

Λυπάμαι

και για μια συνέπεια προσευχής

ίσως κι όχι.

Διαλέγεις, επιλέγεις.

Λες.

Tο τέλος δεν θέλω να μας βρει

αλλού.
 

6/11/15

 

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

Προσωπογραφία #19 ή Ερμηνεία

¨Εστω ότι οι στιγμές μου
έγιναν παιχνίδι στα χέρια σου.
Το νευρικό μου σύστημα
σου παραδόθηκε.
Για λίγες στιγμές.
" Ήταν αρκετές" : θα έλεγες.
Μετά... (;)
Μετά κάθησες αναπαυτικά
κι απόλαυσες έναν νέο θρίαμβο.
Κι η πυρομανία θα φάνταζε
πλημέλημα μπροστά σ' αυτό.
Κι ύστερα... (;)
Κι ύστερα
έμπαινες κι έβγαινες
μικρή ζωή
"ζωούλα" την έλεγα.
Από έξη, από καψοχαρά,
από μίσος, από φθόνο,
θα αγνοώ τί σε όριζε.
Κι όσο θα προσπαθώ
να σ' εξηγήσω
θα ανακαλύπτω νέους γκρεμούς.
Τουλάχιστον σεβάστηκες
την ανία της συνήθειας
που με χαρακτήριζε
αλλά δεν θα σ' έλεγα
πρωτότυπο.

        14/2/10

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2015

Προσωπογραφία #18 ή Εξήγηση

Διάλεγες πάντα τα δύσβατα μονοπάτια.
Χάραξες πορείες απάτητες και για άλλους.
Τώρα συγχωτίζεσαι με αγίους και αγγέλους.
Στέλνεις μηνύματα και χαμόγελα.
Τα βήματα μοιάζουν τώρα καθαρά.
Κι ό,τι φάνταζε δυσνόητο κατανοητό.
Άνοιξες δρόμους και χαζεύεις σιωπηλά
νέα αδράχτια στιγμών αιωνιότητας.
Χάρισες, πήρες, έστειλες, έκλεψες, ένιωσες.
Και λίγα λόγια ερμηνείας ζήτησαν μελάνι και χαρτί.
Στο σήμερα και στο εδώ.

                         7/6/14

Προσωπογραφία #17 ή Βάση

Σε συναντούσα σπάνια.
Στιγμές λιγοστές. Χαρισμένες.
Κρατώ τη βάση της αγάπης
που ενυπήρχε κάτω από κάθε άλλο
συναίσθημα.
Όποιο κι αν ήταν αυτό.
Όλα τα διαπερνούσε.
Το αναγνωρίζω και ελπίζω, απλά,
κάποτε να το μιμηθώ.
Δεν θέλω να το αποδόσω στη μητρότητα
γιατί θα το λιγοστέψω.
Το κοιτώ και προχωρώ.

                    13/5/14
 

Προσωπογραφία #16 ή Σημαδούρα

Ήσουν σημείο αναφοράς σαν σημαδούρα
στο πέλαγος.
Βράχος ακλόνητος για κύματα που έσκαγαν
κι ημέρευαν.
Κάποιοι επιχείρησαν να το κλέψουν όλο αυτό.
Κάποιος κατηγόρησε πως θα μπορούσα να το
κάνω εγώ.
Μαθαίνω να δέχομαι το άδικο
που με συνδέει με τον Αδικημένο.
Δεν πειράζει.
Θέλω μόνο να σε ξαναντικρύσω αγέρωχη.
Αυτό μόνο.

                                      13/5/14

Προσωπογραφία #15 ή Αποκαθήλωση

Γύριζες στο σπίτι απ' έξω.
Ήξερα τη παρουσία σου.
Οι κινήσεις σου ήταν ταπεινές.
Έλεγαν: " ο πειρασμός είναι ελάχιστος".
Μίκραινε κοντά σου, εξαφανιζόταν.
Γνώριζες να ζεις μεστά.
Ή, έτσι νόμιζα.
Έδινες αξία στις ώρες με τον δικό
σου τρόπο.
Μάθαινες απλότητα.
Μεγάλωσα και τα επαναπροσδιόρισα.
Τα έβγαλα από το βάθρο για τα καλά.
Για τη πραγματική του αξία.
Τώρα βλέπω καθαρότερα.

                   9/7/14

Προσωπογραφία #14 ή Τουλάχιστον τετραδιάστατος

Πήρες τις αποστάσεις σου.
Έγινες παρελθόν, απόσταση, ανάμηνηση.
Δεν φαντάστηκες πόσο έγραψες μέσα.
Βαθιά. Καρδιά ή ψυχή, δεν γνωρίζω.
Σχηματίστηκες πριν γνωριστείς
και μορφοποιήσε κι αφότου έφυγες.
΄Ετσι κι εγώ, έτσι κι εσύ.
Κάπου μοιάζαμε, κάπου διαφέραμε.
Τί σημασία να έχει, πλέον.
Και για ποιον;
Συναντήσεις, περάσματα, στιγμές,
αρώματα, χρώματα,
όλα δίνουν και παίρνουν.
Ποιος κερδίζει και ποιος χάνει;
Και ποιος να μετρήσει;
[Ο χρόνος μήπως σαν εξωτερικός παρατηρητής;]

                                                1/7/14

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

Προσωπογραφία #12 ή Σκίτσο

Τριήμερο περπάτημα πάνω από δρόμους,
ενθουσιασμός ή έρωτας
κι από ποια μεριά;
Χρόνος πολύ μετά,
αναρώτηση...
Γύρος θριάμβου σε στέκια
και θεωρία διαδιδόμενη
με μένα άρμα.
Δάνεια και στιγμές
για παιδικό μυαλό
και καρδιά νεανική.
Κι έπειτα εμπιστοσύνη
απόλυτη.
Μ΄ 'ενα τηλεφώνημα πένθους
στο μυαλό
να ορίζει τη σκηνή
κι έπειτα τριήμερα.
Αλλαγή
Προσαρμοστικότητα
Ευελιξία
Υποκρισία
Ψέμα
Αληθινό
Ηθοποιός
Κομπάρσος
Εσύ.Εγώ.Τί απ΄ όλα;

                     25/9/14

Προσωπογραφία #13 ή Κάτι

Όριζες κινήσεις, τρόπο και συναίσθημα.
Με το δευτερόλεπτο.
Σού΄δωσα Θεό, παράδεισο, συγχώρεση.
Τα προσπέρασες
και τα μετέστρεψες.
Παραινέσεις αμέτρητες.
Άγγιζαν το άπειρο.
Τίποτα να σε γυρίσει πίσω.
Αδιαφορώ, περιφρονώ, δεν ξεχνώ.
Προχωρώ
με όλες τις στιγμές ανελευθερίας.
Κάποτε όλα θα εξηγηθούν.
Σε μια ολόφωτη στιγμή.
Θα βρίσκεσαι στο φως
που τόσο πολέμησες;
Ελπίζω.

             25/9/14

Προσωπογραφία #11 ή Φιλικά

Έμοιαζες στέρεος πάντα. Σχεδόν τρομακτικά.
Πολεμούσες τον κοινό εχθρό με τον δικό σου τρόπο.
Δεν το κατανοούσα. Προχωρούσα. Προσπερνούσα;
Σε βρήκα αργότερα μπρος μου.
Ζήτησες περισσότερα από όσα είχα να δώσω.
Αναρωτήθηκα στιγμιαία αν τα είχα.
Μετρήθηκα. Το όχι ήταν ξεκάθαρο.
Ποιος πόνεσε περισσότερο
επέτρεψέ μου να το γνωρίζω βαθύτερα.
Ο χρόνος, η απόσταση, η στιγμή, ό,τι κουβαλήθηκε
αρνήθηκε.
Φιλικά, λοιπόν. Προχώρα. Μη προσπεράσεις.

                                      7/6/14

Προσωπογραφία #10 ή Ξανά

Θυμάμαι λίγα. Όχι λιγοστά.
Την αγκαλιά. Κι ότι με μύριζες
για να με νιώσεις.
Γινόσουν/ Ήσουν η αγκαλιά.
Όλου του κόσμου. Η αγάπη.
Έτσι ήταν. Έτσι πίστευα.
Έτσι μάθαινα. Έτσι ήξερα.
Έτσι είναι ξάνα. ΄Ετσι πιστεύω ξανά.
Έτσι μαθαίνω ξανά. Ετσι ξέρω ξανά.
[Σ΄ αυτή την αγκαλιά θέλω να ξανάρθω]
Ξανά.

                             28/4/14
 

Προσωπογραφία #9 ή Μήδεια

Τα βελούδινα ηχοχρώματα
τα έδινες προς παρατήρηση.
Μαζί και μαχαίρια και γυαλιά.
Τα κράτησα; Τα πάτησα;
Κι έμεινες με συγκαταβατικές φράσεις
-αμνήμων οργανισμός-
να εξηγείς παρελθόν, παρόν
κι αν μπορούσες κι εσύ, και μέλλον.
Δεν γνωρίζεις στην ουσία τί σκότωνες.
Κι ίσως δε θα μάθεις
προστατευμένη σε έναν κάλυκα.
Κι η σφαίρα πιστευτή γίνεται
για νέα στήθη.

               28/4/14

Προσωπογραφία #8 ή Γλύκα

Σε ανύποπτες στιγμές σχεδίασες
τη γλυκύτητα του καρπού που γεύτηκες
στα δικά σου χείλη
να κομματιάσεις
για σκυλιά.
Τον δάγκωσαν και τον έφτυσαν.
Προβλέψιμο.
Κι εσύ έμεινες με τον πόνο
της κίνησης της κοπής
να λαμπυρίζει
κάτω από το φως
ενός άλλου ήλιου.
Λυπάμαι.
Προχωρώ.

         28/4/14

Προσωπογραφία #7 ή Ένας γραμμικός άνθρωπος

Ζούσε σ΄ ένα ζωντανό τώρα.
Παρελθόν και μέλλον δεν τον αφορούσαν.
Είχε, βέβαια, μνήμη και όνειρα.
Στο τώρα.
Έμενε στη στιγμή
και ανταμειβόταν.
Εκλεινε διόδους
κι ας γνώριζε
τί υπόσχονταν.
Υπήρχε σ΄ένα αέναο τώρα
μ΄ένα εσωτερικό χαμόγελο
που κανείς δεν μπορουσε
να κλέψει
και πορεύοταν
ήσυχος
και βέβαιος,
ο γραμμικός άνθρωπος αυτός.

                        16/2/14

Προσωπογραφία #6 ή Σχεδόν περαστικός

Σε είδα βιαστικά στον δρόμο.
Εκεί που συμβαίνουν μικρά και μεγάλα.
Περπατούσες με μια ευγένεια άλλης εποχής.
Σαν ένας χορός να τύλιγε τα βήματά σου
στο πεζοδρόμιο
ή να ήσουν πρωταγωνιστής σε κάποιο
άγραφο - για την ώρα - βιβλίο.
Ή, τίποτα, απ΄τα δύο.
Ήξερες να σέβεσαι τον εαυτό σου
και τον κόσμο που σε περιέβαλε.
Είχες βρει τη θέση σου. Σεβασμός, λοιπόν.

                                           13/5/14

Προσωπογραφία #5 ή Σαν έρωτας

Σε γνώρισα.
Δεν σε αναγνώρισα συντροφικά.
Δε πείστηκα.
Εγινε με τον καιρό.
Σταμάτησες την ετοιμότητα του δοσίματος
με μια φράση
που δεν άκουγα
καιρό.
Τότε έκλεινες λογαριασμούς
παρελθόντος.
Μάγεψες κάποιες μέρες μου.
Απάτη ομορφιάς, θα έλεγα μετά.
Σε αναγνωρίζω σαν κομμάτι
της ζωής μου.
Σαν έρωτα, που δεν ήσουν.
Μόνο σαν συνδιασμό όλων των συναισθημάτων.
Αυτό, τουλάχιστον, στο χρωστώ.

                                   30/3/14

Προσωπογραφία #4 ή Άγνωρο

Δεν ξέρω τί πήρες και τί έδωσες.
Ποια σύμβαση ανταλλαγής
            υπονοήθηκε.
Ποια σκαλιά φιλίας
                περπατήθηκαν
                         μαζί.
Τί αντικείμενα δοσμένα
έγιναν κάτι άλλο.
Ποιες πράξεις σταματήθηκαν.
Και γιατί. Αγνοώ.
Και σταματώ εδώ.
           
                1/4/14

Προσωπογραφία #3 ή Προσπάθεια

Μετέωρος και συνάμα στέρεος
σε έναν άλλο ουρρανό
περπατάς ανάμεσα σε στιγμές
αέρινα
νερένια
πύρινα
και χωμάτινα
δίνεις
και παίρνεις τα ελάχιστα
σαν να παρατηρείς τα ανθρώπινα
τα αιώνια
από την αρχή του χρόνου
της ζωής
των υπάρξεων
αφήνεις απορίες
και πορείες νέες
αποχωρείς σαν να δίνεις το παρών
και βρίσκεσαι εδώ σαν να απουσιάζεις.
Δεν εξηγώ. Προσπαθώ.

                       29/3/14

Προσωπογραφία #2 ή Μορφή αλλοτινών στιγμών

Παρουσιά δοτική.
Δήλωση χώρου
με καπνό και άρωμα.
Κινήσεις και σώμα
όλα στον χορό
του άλλου.
Συνείδηση και χαρακτήρας
ακέραιος.
Στοιχεία για ανασυγκρότηση.
Αργότερα στην ζωή.
Και λίγες λέξεις
πλάι-πλάι
σκιαγραφούν
μορφή αλλοτινών στιγμών.
Νεότερης ύπαρξης. Υπήρξες.

                    31/3/14

Προσωπογραφία #1 ή Προσέγγιση ποίησης

Τάξη σχολική.
Μεταφέρομαι και πάλι.
Μυρωδιές και αισθήσεις
σιγουριάς.
Ζωή στέρεη.
Πρώτες προσεγγίσεις μάθησης.
Ήχοι ποίησης.
Αναγνώσεις γραφής
από χείλη με χρόνο
και σιωπές.
Κι ένα ευχαριστώ.
Καθυστερημένο.

               30/3/14

Προσωπογραφίες της μνήμης

Τοπία της βροχής.
Αδιαφανή.
Θολά της μνήμης.
Ξεκινώ να εξιστορώ.
Να αξίζει η καταγραφή, λέω.
Το μελάνι, το χαρτί.
Ζωή παλιά
    ανασύρεται
και ζητά ζωή ξανά.
     Ξεκινώ.
    
          30/3/14

Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

Με υλικά καθημερινά #3

Την ημερομηνία ποτέ δεν την θυμόσουν
                     ούτε και τον χρόνο
ήξερες τις δουλειές της κάθε ώρας
αλλά όχι το όνομά τους
γνώριζες τις μικρές, πολύτιμες απολαύσεις
τον ήχο, τον χτύπο, την γεύση τους
ποτέ δεν ζήτησες τη πολυτέλεια
            αλλά τη βρήκες
στα μικρά, διπλανά πρόσωπα
            της ζωής σου
που κυκλοφορούν στο πεζοδρόμιο
της πρωϊνής καθημερινότητας.
             Σ' ευχαριστώ.

                   11/4/2001

Με υλικά καθημερινά #2

Νευριασμένη σε συνάντησα στο λεωφορείο
             και με προσπέρασες
άφησες το χθες να γίνει τώρα
και το τώρα στιγμή διαρκής
και την διάρκεια μέλλον
                  για σένα
γιατί τα όνειρα φάνηκαν μικρά
και η φορεσιά μεγάλη
τα μέσα μεταφορείς
και οι σκέψεις δεσμώτες
                για σένα.

                10/4/2001

Με υλικά καθημερινά #1

Μικρή τουρίστρια της ζωής
                 χαμογελάς
μα δεν λάμπεις στο πλευρό του,
χαμογελάς με το αστείο
κι ανακαλύπτεις το φαιδρό
στη μικρότητα της ύπαρξής μου
που με μια φούστα φορεμένη
περιπλανιέται στα άγνωστα μυστήρια
          της συντροφικότητας.
Μα εσύ δεν το ξέρεις
              και γελάς
της ζωής τουρίστρια μικρή.

                            10/4/2001

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2015

Παραμύθι #1

Σε έναν τόπο άτοπο και σε ένα χρόνο άχρονο, ή, αν προτιμάτε, μια φορά κι έναν καιρο, ζούσε ένας μονόκερος. Ο μονόκερος αυτός έψαχνε την αγάπη. Την έβρισκε συχνά στα χρώματα. Του ουρανού, της μουσικής, των ματιών, του αέρα.Τη συναντούσε στο "ναι" των παιδιών στην ερώτηση "παίζουμε;". Στα βότσαλα της θάλασσας, στα ξυλαράκια των δέντρων και στα φύλλα τους, στα ζώα και στο περπάτημά τους ή το πέταγμα τους...Τα χρώματα αυτά τον χρωμάτιζαν αυξητικά.'Ωσπου μια μέρα, ένιωσε πως έχασε την αγάπη. Όλα άδειασαν. Έγινε ολόλευκος. Η ματιά του άλλαξε μορφή. Όλα έχασαν το φως που είχαν. Περπατούσε και πετούσε αλλά τίποτα δεν είχε νόημα πια. Οι καθημερινές κινήσεις, οι ομιλίες, οι διαδρομές. Πέρασαν μέρες έτσι... Πίστευε πως τίποτα δεν θα μπορούσε να φέρει πίσω όλα όσα είχε αναγνωρίσει. Και ξαφνικά είδε έναν άλλο μονόκερο. Θηλυκό. Σχηματισμένο με όλα τα χρώματα που είχε αντικρύσει στη ζωή του. Και δεν στάθηκε εκεί. Άρκεσε που οι ματιές τους συναντήθηκαν. Μεμιάς, συνέβη κάτι απρόσμενο. Τα μισά της χρώματα, τα γαλάζια, αυτά τα πολύτιμα που θα μπορούσαν να τον χρωματίσουν, του χαρίστηκαν. Ούτε κι εκείνη, μα ούτε κι αυτός μα ούτε κι εγώ, να σας πω την αλήθεια, γνωρίζω το πώς. Άξαφνα, μέσα σε μια ξεχωριστή στιγμή, έγινε. Τώρα, στο πάντα και στο παντού, περπατούν πλάι-πλάι. Χρωματίζονται κι οι δυο και πάλι μέσα στις μέρες. Χάνονται για να ξαναβρεθούν με όρκο αιώνιας αγάπης την πρώτη τους ματιά. Κι έτσι, περνούν καλά κι όλοι που τους γνωρίζουν, όπως εσείς, καλύτερα. Κι έτσι, γνωρίζοντας τους, φαντάζομαι πως χρωματίζεστε κι εσείς...

Τρίτη, 12 Μαΐου 2015

~Δεκαπενταυγούστιακο 15

Λέξεις που αναζητούν βαρύτητα στο χαρτί.
Σκέψεις που ζητούν καταγραφή.
Όσο εύκολα, τόσο δύσκολα.
Δοκιμή, προσπάθεια, πόνος, έκθεση.
Τα μέσα να γίνονται έξω.
Κάτι αποκόπτεται για να εξωτερικευθεί.
Μια σχισμή και κάτι ξεπετιέται.
Ρωγμή και καρπός.
Πληγή και δόσιμο.

              22/8/2014

~Δεκαπενταυγουστιάτικο 14

Ο χρόνος να δημιουργεί τόπο
κι ο τόπος χρόνο
κι η ζωή να παρακολουθεί
και πού και πού να ζει
και μετά να προσπαθεί να πει
να καταγράψει
να εκμαιεύσει αλήθειες.
Ζωή - παρατήρηση
Ζωή - συμπεράσματα
Ζωή - αλήθειες
Ζωή - προσπάθεια
Ζωή - προκληση.

                   22/8/2014

~Δεκαπενταυγουστιάτικο 13

Μάχες μοιρασμένες
σ' όσους αντέχουν
δυναμώματα και νίκες
λαμπερές
ειδωμένα όλα
σ΄ ένα φως
σε μια ακτίνα ελέους
δοσμένη
χαρισμένη
εκτιμημένη
και σήμερα.
Ζωντανοί
και πορεύομενοι
στον Δρόμο
τον μεγάλο.
Όλα τα μονοπάτια οδηγούν
                                       εκεί.

                                     22/8/2014

~Δεκαπενταυγουστιάτικο 12

Όταν η Στιγμή συμβεί
όλα τα μπλεγμένα θα γίνουν ξεκάθαρα
πριν το ανοιγοκλείσιμο του βλεφάρου
στόματα πολλά θα σωπάσουν
και το αληθινό θα χαρεί
             αιώνια.
Το φως θα λάμψει
κι ό,τι φωτεινό μαζί.
Η πρόθεση κι η πράξη
θα συμφωνήσουν.
Απόδειξη και πειστήριο
          για όλους
για άλλους ουρανούς
            για τον στόχο
                      τον μεγάλο
για την υπέρτατη βίωση της Αγάπης
     κι όταν όλοι φτάσουμε εκεί
              ένα θα μένει
               ελευθερία.

                              22/8/2014

~Δεκαπενταυγουστιάτικο 11 - Αντί προσωπογραφίας

Δήθεν αδιαφορία και απάθεια.
Ισχυρίζομαι ηρεμία και κατανόηση.
Απομάκρυνση από τα ανθρώπινα.
Ποιός να καταλάβει τί;
Όλα εξηγημένα αλλότρια.
Στα μέτρα του εαυτού.
Δεύτερες σκέψεις ανύπαρκτες.
Η απλότητα παρεξηγήσιμη.
Στέκω και εμμένω.
Κάποτε όλα θα γίνουν κατανοητά.
Αργά, ίσως.
Η πίκρα δίνει τη θέση της στη σιγουριά.
Παύω να αρνούμαι.
Πορεύομαι και δεν εξηγώ.
Παύω και να υπερασπίζομαι.
Οι λόγοι ακούστηκαν δικαιολογίες.
Το μυαλό δεν θέλει να εννοήσει.
Μπλέχτηκε σε δίχτυα πονηρά.
Προχωρώ.
Δεν έχω τίποτα άλλο να κάνω.
Δεν μένω εδώ. Πια.
[Μπορεί να ισχυροποιείται κάτι μέσα.]

                                               22/8/2014

~Δεκαπενταυγουτιάτικο 10

Στιγμές αλλοτινών καιρών
μπλεγμένες με το τώρα
σφήνες παρελθόντος
και μέλλοντος
να ορίζουν ένα παρόν.
Η αλήθεια να στέκει παράμερα
να οριστεί από παιδιά
                        αλήτες
                        ποιητές
                      περαστικούς
                        κρατήρες
                        ψυχές
                        πουλιά
                        έντομα
                    φύλλα στον αέρα
                        σύννεφα
                        αστέρια
               λάμψεις στα μάτια.
Όλα ενώνονται
για να πάνε ψηλότερα
όλοι το γνωρίζουν
και κάποιοι συνεχίζουν να προσπερνούν.
Ως πότε;
Το φως δεν μένει ακατάληπτο.
Κατανοείται με φως.

                22/8/2014
 

~Δεκαπενταυγουστιάτικο 9

Τμηματική πραγματικότητα
παρουσιασμένη
όπως βολεύει
να εξηγείται.
Η αλήθεια στέκει αλλού.
Η πειθώ χειροκροτεί.
Οι νίκες ανίσχυρες.
Το αληθινό κλαίει.
Η πίκρα παρούσα.
Το φως βρωμίζεται.
Το τέλος γνωρίζει.
Δεν ζητά.
Δεν δανείζεται.
Δεν κομπάζει.
Υπομένει
για να μην χαθεί.

           18/8/2014

~Δεκαπενταυγουστιάτικο 8

Στροφές, πορείες, απομακρύνσεις και πλησιάσματα.
Δρόμος και μονοπάτια.
Όλα να οδηγούν σε Κείνον.
Χωρίς πίεση.
Με νέες αρχές καθημερινές.
Ξεκινήματα κάθε στιγμής.
Με νου στο ποθητό.
Νίκη το πλησίασμα.
Η συνάντηση.
Η κοινωνία.
Ας μη ξεχνάω.
Ας θυμάμαι.
Ας αναζητώ.
Ας προχωρώ.
Ας μοιράζομαι.
Ας δίνω.
Κάτι δικό Του.
Από πάντα.
[Και για πάντα.]
[Για το πάντα.]

                  16/8/2014

Δεκαπενταυγουστιάτικο 7

Αν υποθέσουμε πως οι στιγμές
στέλνονται στην αιωνιότητα
στο φως
και στην αλήθεια
μπορεί κάθε αφορμή
πειρασμού
αλλότριου
να εξυψώνει
οι πτώσεις
να στέκουν
μετέωρες
όλα να γίνονται
φωτεινά
αληθινά
χρυσά
δικά Του.
Απλά
και ταπεινά
χαριζόμενα
και χαρισμένα.
[Το ωμέγα να συναντά το άλφα]
[Το τέλος την αρχή]
[Και το μέσο την αρχή και το τέλος]

                                                   16/8/2014

Δεκαπενταυγουστιάτικο 6 - Δίπολα

Τί στ' αλήθεια μας ορίζει;
Κέρματα που πετάχτηκαν σ' άλλους
καιρούς στον αέρα;
Κόρωνα-γράμματα;
Και κάποια κύλησαν όρθια στον δρόμο;
Ζάρια αλλοτινών εποχών
αργυραμοιβών;
Τύχη-Ατυχία.
Δεν πείθομαι
Και προχωρώ.
Θέλω να ορίζομαι
από κάτι ανώτερο.
Αν-θρωπος.
Άνω-θρώσκω.
Κι αν ψάχνω, να βρω. [Θεό]
Αλλιώς, να οριστώ διαφορετικά.

                                      15/8/2014
 

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2015

Δεκαπενταυγουστιάτικο 5

Καταγράφω για να μοιραστώ
για να θυμάμαι
για να μη ξεχνώ
παρελθόν
παρόν
και μέλλον
όλα ΣΤΙΓΜΗ.
Χαρίζω
όπως χαρίστηκαν
ζητώ
για να δώσω
παίρνω
για να έχω
να δίνω
όπου συναντώ
όπως δόθηκε
σε άλλες συναντήσεις
όπως έμαθα
όπως γνώρισα
όπως ήξερα
ίσως και πριν υπάρξω.
Συνήθεια αρχέγονη
πρώτης ύπαρξης
συνείδησης
εαυτού.
Δόσιμο.
        
15/8/2014
 

Δεκαπενταυγουστιάτικο 4

Στιγμές εναλλασόμενης έντασης
χρωμάτων και αποχρώσεων
περάσματα μυστικά
στο πνευματικό και στο γήινο
με τη πρώτη έκπληξη
και την ένταση να καταγράφεται.
Παρατηρήσεις ανίσχυρες
μπροστά στο βίωμα.
Φως και αλήθειες
και πρωτόγνωρα άλλα
χαρισμένα στιγμιαία
και παρμένα από τα ίδια χέρια
για να ξαναζητηθούν.
Τα "δεν ξέρω"
και οι απορίες λύνονται
κι έρχονται νέες
για πιο πάνω, για πιο πέρα.
Θέλω να ελπίζω. Θέλω και ελπίζω.
Πιστεύω, ολιγοπιστώ, απιστώ.
Τα αφήνω στα χέρια κι αυτά
με τη συμπάθεια τη γνώριμη που συγχωρεί.
Που γνώριζε και τα συναισθήματα αυτά.
Τις σκέψεις αυτές. Τις λέξεις του χαρτιού αυτού.
Πορεύομαι. Αλλιώς.

                                                    15/8/2014

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

~ Δεκαπενταυγουστιάτικο 2

Γεύση αρμύρας
που εναλλάσεται με ψωμί, νερό κι αλάτι
θύμιση ισχυρή
να ελπίζει η καρδιά κι ο νους.
Σκέψεις και στιγμές
να χαράζονται
βαθιά
μαζί κι ανάλαφρα
"κάτι να μένει"
φωνάζει το μέσα.
Εικόνες χαρισμένες
και αισθήσεις
αλλοτινού καιρού.
Να αναρωτιέται ο εαυτός
τώρα, μετά, πριν
και το χέρι να κρατά μόνο παρόν
το παρελθον να υποστηρίζει
                     να πληγώνει
                     να κερδίζει
το μέλλον να ονειρεύεται
                 να φαντάζεται
                 να ελπίζει.
Κάτι μένει.
Το αληθινό δε μπορεί να χαθεί.
Ας οριστούν χίλια ψεύτικα.
Το γράφουν το μέσα. Σε πορείες φωτεινές. Πάντα. 
                                                                                           10/8/14

 

Δεκαπενταυγουστιάτικο 3

Χιλιάδες ρόλοι για ανίσχυρους ηθοποιούς
με ένα κοινό δίχως χειροκρότημα
κι έναν αρχαίο χορό βουβό.
Η λύπη έχει τελειώσει από καιρό
και το χάζι λήγει.
Αγνοώ τί έπεται.
Γνωρίζω μόνο πως ο θίασος μεγαλώνει.
Κι οι ηθοποιοί είναι όλο και πιο αδύναμοι.
Και η σκηνοθεσία γίνεται όλο και πιο απαιτητική.


                                                                                                          15/8/14
 

Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

Κάτι από τα παλιά

                                                        ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ (κεφ.1)
 
Το χαρτί μπροστά του λευκό. Οι σκέψεις λιγοστές. Ποια φράση να φτιαχτεί απ’ αυτές; Πώς ξεκινούσε πάντα, να θυμηθεί. Ένα μήνυμα, μια εικόνα, μία λέξη, μια πρόσφατη συζήτηση. Τι τον κινητοποιούσε, να θυμηθεί. Ναι, να θυμηθεί. Αλλά πώς; Τι είχε συμβεί και ένιωθε άδειος; Ποτέ πριν έτσι. Άδειος. Άλλη μια μέρα.   Πάντα κάτι δούλευε κρυφά μέσα του και έβγαινε την κατάλληλη στιγμή. Έτσι ήταν ή έτσι πίστευε; Τι σημασία έχει τώρα.
 Τώρα που νιώθει πιο μετέωρος από ποτέ. Πρώτη φορά ανέμπνευστος. Δεν θα το αφήσω άλλο έτσι, σκέφτηκε. Θα αντιδράσω. Θα αλλάξω εικόνες. Θα πάω ένα μακρινό ταξίδι. Θα  δω νέα μέρη, νέους ανθρώπους, θα φορτιστώ. Κι αν η έμπνευση με ξέχασε, θα την βρω και πάλι στο δρόμο, όπως πίστευα και συνέβαινε παλιά. Στα πρώτα χρόνια, που ούτε υποχρεώσεις με περιόριζαν, ούτε δεύτερες σκέψεις για ύφος, συνοχή, αληθοφάνεια χαρακτήρων, δομή και άλλα. Τότε που έγραφα για μένα δίχως προοπτική κριτικής, κοινού, σιναφιού...
Γι’ αυτό τον βλέπουμε τώρα με ένα “πακετάκι” μπροσούρες στα χέρια, να διαβάζει και να προσπαθεί να αποφασίσει σε ποιο σημείο θα αναζητήσει εκ νέου τη μούσα του. Μπήκε σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο, άρπαξε ό,τι φυλλάδιο βρήκε μπροστά του, είπε δυο βιαστικές κουβέντες στο πράκτορα – κάτι σαν “συγγνώμη”, κάτι σαν “βιάζομαι”, ή μήπως μόνο τις σκέφτηκε – και βρέθηκε ξανά στο δρόμο. Σταμάτησε το πρώτο ταξί που περνούσε και έφτασε σπίτι.
 Το είχε αποφασίσει. Τίποτα δεν θα τον σταματούσε. Αποφασιστικότητα. Αυτό του έλειπε τόσο καιρό. Τόσες μέρες που έγραφε και έσχιζε χαρτιά. Που άρχιζε και δεν τελείωνε πρόταση. Ναι, αποφασιστικότητα. Αυτό είναι το κλειδί απ’ αυτή τη φυλακή. Μια φυλακή με στέρεα υλικά. Σιωπή, σιωπή και σιωπή. Ούτε οι ήχοι των κλασσικών που λάτρευε δεν “λειτουργούσαν” πια. Ούτε οι φωνές των δίπλα διαμερισμάτων, ούτε τα γέλια παιδιών στο δρόμο - αλλοτινές αφορμές. Είτε σαν επιβεβαίωση πως ο κόσμος συνεχίζει να υπάρχει, να αγαπά, να παίζει, να μαλώνει, είτε σαν στοργική  υπενθύμιση – σχεδόν μητρική - μίας από τις ζωτικές ανάγκες του ανθρώπου.
Αλλά, προς τι τόση πελαγοδρόμηση; Το μέλλον του ήταν όλο μπροστά. Δεν τον είχαν πάρει δα και τα χρόνια. Είχε φροντίσει να απαλλαγεί ανώδυνα από όσα οι άλλοι συνηθίζουν να φορτώνουν τις ζωές τους, έρωτες, παιδιά, γατιά –  το τελευταίο σε περίπτωση ταξιδιού. Από αυτά που δεν έκανε ποτέ. Νάτο πάλι μπροστά του το ταξίδι. Μα πώς τα κατάφερνε να ξεχνιέται... Στα χέρια του τα φυλλάδια. Τα πρώτα περί Μαδρίτης, Λονδίνου, Κωνσταντινούπολης, δεν είχαν αλλάξει και τόσο τα γούστα του κόσμου, φαίνεται.
 
Ξαφνικά, είδε το πρόσωπό της. Δεν πρόλαβε να αμυνθεί στη μνήμη αυτή την εικόνα. Εκείνη ζωντανή, φωτεινή, με ανασηκωμένο το άνω χείλος σαν υποψία πόνου, χαμόγελου - δεν μπόρεσε ποτέ να ξεχωρίσει - μπροστά του. Με τα δυο της μάτια να λάμπουν ζητώντας του τα πάντα και τίποτα. Καμία άλλη δεν ήταν σε θέση να του ζητά και τα δύο ταυτόχρονα και να τα εννοεί. Και τα δύο. Έμεινε ασάλευτος, όπως τις στιγμές που παιδί κράταγε την αναπνοή του για να διαρκέσουν όσο περισσότερο γινόταν.
Άκουσε το κουδούνι να χτυπά. Το κουδούνι του. Είχε σχεδόν ξεχάσει τον ήχο του. Μετά την ανάρτηση της επισήμανσης προς παντός είδους διασαλευτές της ηρεμίας του και κατ’ επέκταση της έμπνευσής του, είχε ξεκαθαρίσει τη θέση του στους καλοθελητές “διακόπτες”. Σαν από όνειρο, λίγο χαμένος, λίγο νωθρός πήγε να ανοίξει. Μοναδική σκέψη πριν σηκώσει το βλέμμα του ήταν να φανταστεί στιγμιαία πώς θα έμοιαζε αυτός που αγνοούσε την προειδοποίηση.
 
…κι αν μερικοί λένε πως η ζωή παίζει παράξενα παιχνίδια, είναι γιατί δεν έχουν δει το επόμενο κι έτσι θεωρούν το πιο πρόσφατο το πιο ευφάνταστο της διαδρομής τους...
 
Ήταν από αυτά τα “νέα”  κορίτσια, που κυκλοφορούν σαν να ξεπήδησαν μόλις από τις σελίδες κάποιου περιοδικού, που ακολουθούν την μόδα που διαρκώς αλλάζει και προλαβαίνουν πάντα να την κάνουν δική τους. Με μια έκφραση αναμονής αλλά και ταυτόχρονου σεβασμού. Το πρόσωπό της βαμμένο, μα με μια χλομάδα που δεν είχε κρυφτεί. Τα στοιχεία που θα ήθελε για να αξιολογήσει τον ταραξία αυτόν ήταν λιγοστά για κείνον.
 Με μια γλυκιά θρασύτητα εισέβαλε στο χωλ πριν προλάβει να της το προτείνει κι άρχισε να μιλά με έναν καταιγιστικό ρυθμό. Σαν βατράχια οι λέξεις ξεπηδούσαν από μέσα της. Προσπαθούσε να συνδυάσει τους ήχους των λέξεών της για να βγάλει κάποιο νόημα. Ήταν, λέει, θαυμάστριά του, είχε διαβάσει όλα του τα βιβλία και ήταν εκείνος η αιτία για να αρχίσει να γράφει. Κάθισαν στο μικρό σαλόνι που διατηρούσε. Στην προσπάθεια να τεθεί μία άνω τελεία στη συζήτηση - σωστός μονόλογος δηλαδή,  της πρότεινε καφέ. Αρνήθηκε ευγενικά και συνέχισε με τον ίδιο ρυθμό. Είχε, λέει, φέρει μαζί της μερικά από τα γραπτά της και ήθελε να τα κοιτάξει, να τα διορθώσει. Μετά βίας καταλάβαινε. Δεν του είχε ξανασυμβεί, άλλωστε, για να ξέρει πώς να αντιδράσει.
 Απομακρύνθηκε λίγο και την παρατήρησε. Μιλούσε με εφηβικό πάθος για όσα είχε κατά καιρούς δημοσιεύσει, είχε μάθει και για ένα σεμινάριο για υποψήφιους συγγραφείς που είχε δώσει - πριν ακόμη γεννηθεί, αν υπολόγιζε σωστά - και θεωρούσε φυσικό να χτυπήσει την πόρτα του συγγραφέα που “συναντούσε” κάθε δύο χρόνια στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς της. Να λυθεί και η απορία της για τη σχεδόν πενταετή απουσία του. Του στάθηκε αδύνατο να απαντήσει, όπως και να αρνηθεί να ρίξει μια ματιά στα χαρτιά που κρατούσε. Χωρίς μεγάλες προσδοκίες, της εξήγησε. Της είπε να περάσει σε μια εβδομάδα. Το δέχτηκε. Έφυγε όσο απρόσμενα είχε έρθει.
Έμεινε να κοιτά μια τα χαρτιά και μια την πόρτα. Μια το μέλλον και μια το παρελθόν. Συνειδητοποίησε πως το ταξίδι του έπρεπε να αναβληθεί. Πώς τα είχε καταφέρει έτσι;  Λίγες στιγμές πριν κρατούσε τη φυγή στα χέρια του και τώρα, τώρα τις σελίδες μιας άγνωστης – ούτε το όνομα της δεν είχε ρωτήσει – που τον δέσμευαν. Ούτε που του πέρασε απ’ το μυαλό η πιθανότητα να τα παρατήσει όλα  και να συνεχίσει τα σχέδια για το μεγάλο φευγιό. Μια υποχρέωση που ήρθε από το πουθενά, σακί άμμου που κρεμάστηκε στο αερόστατό του την στιγμή που έλεγχε τις τελευταίες λεπτομέρειες πριν την απογείωση. Τώρα;
Άνοιξε την πόρτα, κατέβηκε τις σκάλες βιαστικά – όχι, για να την προλάβει, όχι, ήταν πια πολύ αργά – και έτρεξε στο περίπτερο για εφημερίδα. Την άνοιξε και βυθίστηκε στις σελίδες στη μέση του δρόμου με την προσδοκία να λάβει ένα μήνυμα πίσω από τις γραμμές της, ένα μήνυμα με μοναδικό παραλήπτη εκείνον. Κάτι που θα του έδινε ένα σημάδι για το σταυροδρόμι που ανοίχτηκε στο δρόμο που είχε επιλέξει να ακολουθήσει. Μάταια. Γέλασε με τον εαυτό του που άφησε μια τόσο σουρεαλιστική σκέψη να τον καταλάβει, πέταξε μακριά την εφημερίδα - δεν εμπιστευόταν την ενημέρωση του σε χαρτιά.  Γύρισε σπίτι.

Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2015

~ Δεκαπενταυγουστάτικο 1

Διαδρομές, σχέδια, όνειρα στον άνεμο
Μήπως όλα αέρινα δεν είναι;
Τίποτα στέρεο, τίποτα σίγουρο
τίποτα που να δημιουργεί απέχθεια
μονιμότητας
Κάτι μέσα φαντάζεται, διαφεύγει, ορίζεται
από κάτι βαθύτερο
άγνωρο
να οριστεί από λέξεις
Ίσως να τολμήσω να το καταγράψω
από φως
κι ακτίνες
και χορδές
και άγνωστες για την ώρα συλλαβές
και ήχους σχηματισμένους ως τώρα
Αναμένω
και πορεύμαι
Χωρίς φόβο
προσδοκώντας
με μια βεβαιότητα
που δείχνει το απροσδιόριστο
και τα αντίθετα
δεν αλληλοαναιρούνται
έρχονται να συμπληρωθούν

                                                                                                                                            29/7/14

Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

Σενάριο 2

Φανταστείτε έναν κινηματογραφικό φακό να παρακολουθεί τη μέρα ενός ανθρώπου σε όποιν τόπο και χρόνο θέλετε με τη λεπτομέρεια πως η παραμικρή του κίνηση σχολιάζεται από έναν αόρατο χορό - παρουσίες που ούτε βλέπει ούτε ακούει ο άνθρωπος αυτός.. Η καθεμιά από τις παρουσίες αυτές έχει και  προσδίδει σε κάθε νεύμα, βλέμμα, κίνησή του μια διαφορετική χροιά αλήθειας ή τουλάχιστον ερμηνείας.. Οι σκήνες μπορούν να τρέχουν σε γραμμικό χρόνο είτε όχι και η αποκάλυψη του χορού αυτού μπορεί να γίνει στο τελείωμα της μέρας από έναν ήχο, παίδί ή ζώο.. Η στιγμή της αποκάλυψης για τον πρωταγωνιστή θα βιωθεί αρχικά σαν καταρρεύση, αλλά ταυτόχρονα και σαν δυνάμωμα.. Θα μπορούσε να φέρει τον τίτλο "πολλαπλές αλήθειες;"...