Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

Περίπου συνέχειας γραφή (Φανταστικός ρεαλισμός)


Η Άννα ζητάει επειγόντως από τον κολλητό της τον Γιάννη συνάντηση. Του ανακοινώνει ότι χώρισε μετά από εφτά χρόνια σχέση με τον Κώστα. Του λέει τα εξής : «Άντε, να δω πότε να δω πότε θα βρω τον άντρα να συνεχίσω τη πορεία της ζωής μου»...

Μόλις τελειώνει τη φράση της, ανασηκώνει το βλέμμα της και… αυτό είναι. Η ματιά της συναντά έναν φαινομενικά απαρατήρητο τύπο στο απέναντι τραπεζάκι της καφετέριας που πίνει νωχελικά – μάλλον ώρα – τον καφέ του και από την φόρτιση της κουβέντας δεν είχε μάτια, ή καλύτερα, ματιά να κοιτάξει γύρω της. Η αναγνώριση συμβαίνει. Κι η δική του ματιά τη συναντά. Τα βλέμματα μιλούν με ταχύτητα σιωπής. Βρίσκει αμέσως και άξαφνα μια πρόφαση και χωρίς εξηγήσεις, διώχνει τον Γιάννη δήθεν σε κάποια φιλική ξεχασμένη υποχρέωση. Μένει μόνη με τον καφέ, περίπου στα μισά, ένα διπλανό μισοτελειωμένο τσάι, τα τσιγάρα της – συντροφιά πιστή – κι ένα τασάκι με λιγοστά αποτσίγαρα παρόντα. Να αναρωτιέται. Τη πρώτη κίνηση. Μετά από τόσα χρόνια σταθερής σχέσης έχει βγει για τα καλά από το πεδίο του φλερτ. Όμως, η μικρή παρατήρησή της την ωθεί στη σκέψη πως αν το πρώτο βλέμμα ήταν όντως αναγνώρισης, τότε μόνο μια κίνηση θα ήταν αρκετή. Να περάσει δίπλα του. Να οριστούν τα βήματα μιας πορείας με έναν μικρό στόχο όπως το να πάρει στα χέρια της μια εφημερίδα που διανέμεται δωρεάν και να του δώσει την ευκαιρία να γίνει ο πρωταγωνιστής της σκηνής της. Πηγαίνει, λοιπόν, περνά δίπλα του, παίρνει στα δάχτυλά της το συνηθισμένο σχήμα των χαρτιών που σχηματοποιούν τον ορισμό της διάδοσης γεγονότων και πληροφοριών και συμβαίνει. Τί; Αυτό ακριβώς που περίμενε. Την αγγίζει. Όχι αυτή κάτι δικό της. Το άσπρο μαντήλι που κρέμεται από τα μαλλιά της. Κι οι ματιές συναντιούνται σαν τη πρώτη ματιά ξανά. Κι ακούει τη φωνή του : « Αν κάθε συνάντηση είναι ένας νοητός κόμβος, θα ήθελα να μοιραστούμε το τραπέζι αυτό». Απομακρύνεται και κινείται στον χώρο και δεν μπορεί να αναγνωρίσει τί πρωτοκουβαλά. Φτερά στους ώμους, ανασαίνουσα βόμβα ψυχής ή πρόσθετο ύψος στο σώμα; Και για πρώτη φορά δεν την νοιάζει η απάντηση. Κάθεται σαν να πλέει, ανασαίνει σα να βρίσκεται σε βυθό και κοιτά σα να της έχουν χαριστεί τα πάντα. Όμως, ένα απροσδόκητο και επίμονο χτύπημα τηλεφώνου την ξυπνά. Ανοίγει τα μάτια και βλέπει στην άκρη του κρεβατιού τον Κώστα. Στην άλλη πλευρά του τηλεφώνου είναι ο Γιάννης.

 

Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2015

Χριστόφορος ή οι τρόποι των τεσσάρων

Οι στιγμές μαζί του λιγοστές. Η κατανόηση αρκετή. Θα προσπαθήσω να τον εξηγήσω. Να τον ερμηνεύσω σε λίγες γραμμές, με λίγες λέξεις, με μελάνι και χαρτί. Ίσως για να μη ξεχάσω, ίσως για να θυμηθώ. Ίσως, ταυτόχρονα, για να φανερώσω μια πορεία. Άλλου. Ξένου; Ξένιου; Κοντινού; Σίγουρα ξεμακραίνοντας…

Εν πρώτοις, συνάντησε κάποιον που θέλησε να υπερτονίσει το σώμα, τα πάθη και όποια λογική τα συνοδεύουν. Τον έπεισε ότι τα κατάφερε. Έγινε δήθεν δεκτικός στις φράσεις και στις παρωχημένες λογικές του, ακόμα-ακόμα και σε εκείνες τις ανυπέρβλητες λαϊκίστικες θυμοσοφίες του. Έκρυβε καλά το γελοίο – και το γέλιο του. Προχώρησε.

Συνάντησε, δευτερευόντως, το αναμενόμενο του πρώτου. Τη προσφορά σώματος. Σε πολλές εκδοχές. Ηλικιακές, χρονικές, τοπικές. Έγνεψε καταφατικά. Έπεσε στεκόμενος. Έμαθε τους τρόπους της – γιατί για περίπου γυναίκα επρόκειτο – και προχώρησε.

Συνάντησε, τριτεύοντος, τη δικλείδα των δύο προηγούμενων και μαζί του τέταρτου. Του κορυφαίου. Όπως νόμιζε ο ίδιος, δηλαδή ο τέταρτος. Άκουσε λογικές της πιάτσας, παραποιημένους ρυθμούς, θυσιασμένες λειτουργίες ανθρώπων στο βωμό μιας πλασματικής τρέλας που βόλευε αυτόν που αγάπησε και μπόρεσε να αγαπήσει μόνο τον εαυτό του. Και κανέναν άλλο. Μιμήθηκε, λοιπόν, δανεικούς τρόπους, έκλεψε, ένιωσε, έστειλε.

Τέλος, δήθεν φευγαλέα συναντήθηκε με τον αίτιο. Σε μεγάλες ανάγκες επαφής ή γέλιου, ποιος να διακρίνει; Ξεπέρασε όλους τους τρόπου του με ΑΓΑΠΗ κι έκανε όλο το μαύρο που μπορούσε να φέρει και να νομίσει πως τον κάνει δυνατό, ολόλευκο. Υποψιάστηκε, φαντάστηκε, υπέθεσε. Στάθηκε.

Και τώρα, εγώ, λίγες στιγμές κοντά του τον ονομάζω Χριστόφορο. Άλλου καιρού. Άλλων τρόπων. Μαθημένη να στέκομαι. Να αναγνωρίζω και να δείχνω. Για παρακάτω και για ψηλότερα.

Υ.Γ. Και οι τέσσερις και οι τρόποι τους προσπάθησαν να με ερμηνεύσουν. Μάταια.   

                                                                                                                                                                                              7/12/15                                                                                                                                                                                                                                  

Πληγή # νιοστού ή Εικόνα κόκκινη

Καιρό πολύ
γυρνούσες στη σιωπή,
οι λέξεις μαχαιρώνουν
ή αιμορραγούν.
Ματιές - μαχαιριές
δίνεις ή παίρνεις,
δεν έχει σημασία πια.
Ο πόνος φίλος
να σε χαιρετά
σε κάθε επαφή.
Να στρίβει στη γωνία
για να πεταχτεί
σαν γάτα
στις ρόδες.
Μπερδεύονται οι στιγμές.
Αυτές που όριζαν πορείες μαγικές.
Ο χρόνος γελάει,
ξέρει αυτός,
πάντα θα κινάει.
Κι αν δείχνει να νικιέται
είναι για να νιώθει παρών.
Ανησυχείς, τώρα,
σαν τρομαγμένο πουλί,
πού να βρεις στέγη και τροφή,
ή, έστω, μια μαχαιριά καυτή.
Να τρέχει το αίμα ποτάμι
με λύτρωση και θυσία να μοιάζει.

                       1/11/09