Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

Κάτι από τα παλιά

                                                        ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ (κεφ.1)
 
Το χαρτί μπροστά του λευκό. Οι σκέψεις λιγοστές. Ποια φράση να φτιαχτεί απ’ αυτές; Πώς ξεκινούσε πάντα, να θυμηθεί. Ένα μήνυμα, μια εικόνα, μία λέξη, μια πρόσφατη συζήτηση. Τι τον κινητοποιούσε, να θυμηθεί. Ναι, να θυμηθεί. Αλλά πώς; Τι είχε συμβεί και ένιωθε άδειος; Ποτέ πριν έτσι. Άδειος. Άλλη μια μέρα.   Πάντα κάτι δούλευε κρυφά μέσα του και έβγαινε την κατάλληλη στιγμή. Έτσι ήταν ή έτσι πίστευε; Τι σημασία έχει τώρα.
 Τώρα που νιώθει πιο μετέωρος από ποτέ. Πρώτη φορά ανέμπνευστος. Δεν θα το αφήσω άλλο έτσι, σκέφτηκε. Θα αντιδράσω. Θα αλλάξω εικόνες. Θα πάω ένα μακρινό ταξίδι. Θα  δω νέα μέρη, νέους ανθρώπους, θα φορτιστώ. Κι αν η έμπνευση με ξέχασε, θα την βρω και πάλι στο δρόμο, όπως πίστευα και συνέβαινε παλιά. Στα πρώτα χρόνια, που ούτε υποχρεώσεις με περιόριζαν, ούτε δεύτερες σκέψεις για ύφος, συνοχή, αληθοφάνεια χαρακτήρων, δομή και άλλα. Τότε που έγραφα για μένα δίχως προοπτική κριτικής, κοινού, σιναφιού...
Γι’ αυτό τον βλέπουμε τώρα με ένα “πακετάκι” μπροσούρες στα χέρια, να διαβάζει και να προσπαθεί να αποφασίσει σε ποιο σημείο θα αναζητήσει εκ νέου τη μούσα του. Μπήκε σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο, άρπαξε ό,τι φυλλάδιο βρήκε μπροστά του, είπε δυο βιαστικές κουβέντες στο πράκτορα – κάτι σαν “συγγνώμη”, κάτι σαν “βιάζομαι”, ή μήπως μόνο τις σκέφτηκε – και βρέθηκε ξανά στο δρόμο. Σταμάτησε το πρώτο ταξί που περνούσε και έφτασε σπίτι.
 Το είχε αποφασίσει. Τίποτα δεν θα τον σταματούσε. Αποφασιστικότητα. Αυτό του έλειπε τόσο καιρό. Τόσες μέρες που έγραφε και έσχιζε χαρτιά. Που άρχιζε και δεν τελείωνε πρόταση. Ναι, αποφασιστικότητα. Αυτό είναι το κλειδί απ’ αυτή τη φυλακή. Μια φυλακή με στέρεα υλικά. Σιωπή, σιωπή και σιωπή. Ούτε οι ήχοι των κλασσικών που λάτρευε δεν “λειτουργούσαν” πια. Ούτε οι φωνές των δίπλα διαμερισμάτων, ούτε τα γέλια παιδιών στο δρόμο - αλλοτινές αφορμές. Είτε σαν επιβεβαίωση πως ο κόσμος συνεχίζει να υπάρχει, να αγαπά, να παίζει, να μαλώνει, είτε σαν στοργική  υπενθύμιση – σχεδόν μητρική - μίας από τις ζωτικές ανάγκες του ανθρώπου.
Αλλά, προς τι τόση πελαγοδρόμηση; Το μέλλον του ήταν όλο μπροστά. Δεν τον είχαν πάρει δα και τα χρόνια. Είχε φροντίσει να απαλλαγεί ανώδυνα από όσα οι άλλοι συνηθίζουν να φορτώνουν τις ζωές τους, έρωτες, παιδιά, γατιά –  το τελευταίο σε περίπτωση ταξιδιού. Από αυτά που δεν έκανε ποτέ. Νάτο πάλι μπροστά του το ταξίδι. Μα πώς τα κατάφερνε να ξεχνιέται... Στα χέρια του τα φυλλάδια. Τα πρώτα περί Μαδρίτης, Λονδίνου, Κωνσταντινούπολης, δεν είχαν αλλάξει και τόσο τα γούστα του κόσμου, φαίνεται.
 
Ξαφνικά, είδε το πρόσωπό της. Δεν πρόλαβε να αμυνθεί στη μνήμη αυτή την εικόνα. Εκείνη ζωντανή, φωτεινή, με ανασηκωμένο το άνω χείλος σαν υποψία πόνου, χαμόγελου - δεν μπόρεσε ποτέ να ξεχωρίσει - μπροστά του. Με τα δυο της μάτια να λάμπουν ζητώντας του τα πάντα και τίποτα. Καμία άλλη δεν ήταν σε θέση να του ζητά και τα δύο ταυτόχρονα και να τα εννοεί. Και τα δύο. Έμεινε ασάλευτος, όπως τις στιγμές που παιδί κράταγε την αναπνοή του για να διαρκέσουν όσο περισσότερο γινόταν.
Άκουσε το κουδούνι να χτυπά. Το κουδούνι του. Είχε σχεδόν ξεχάσει τον ήχο του. Μετά την ανάρτηση της επισήμανσης προς παντός είδους διασαλευτές της ηρεμίας του και κατ’ επέκταση της έμπνευσής του, είχε ξεκαθαρίσει τη θέση του στους καλοθελητές “διακόπτες”. Σαν από όνειρο, λίγο χαμένος, λίγο νωθρός πήγε να ανοίξει. Μοναδική σκέψη πριν σηκώσει το βλέμμα του ήταν να φανταστεί στιγμιαία πώς θα έμοιαζε αυτός που αγνοούσε την προειδοποίηση.
 
…κι αν μερικοί λένε πως η ζωή παίζει παράξενα παιχνίδια, είναι γιατί δεν έχουν δει το επόμενο κι έτσι θεωρούν το πιο πρόσφατο το πιο ευφάνταστο της διαδρομής τους...
 
Ήταν από αυτά τα “νέα”  κορίτσια, που κυκλοφορούν σαν να ξεπήδησαν μόλις από τις σελίδες κάποιου περιοδικού, που ακολουθούν την μόδα που διαρκώς αλλάζει και προλαβαίνουν πάντα να την κάνουν δική τους. Με μια έκφραση αναμονής αλλά και ταυτόχρονου σεβασμού. Το πρόσωπό της βαμμένο, μα με μια χλομάδα που δεν είχε κρυφτεί. Τα στοιχεία που θα ήθελε για να αξιολογήσει τον ταραξία αυτόν ήταν λιγοστά για κείνον.
 Με μια γλυκιά θρασύτητα εισέβαλε στο χωλ πριν προλάβει να της το προτείνει κι άρχισε να μιλά με έναν καταιγιστικό ρυθμό. Σαν βατράχια οι λέξεις ξεπηδούσαν από μέσα της. Προσπαθούσε να συνδυάσει τους ήχους των λέξεών της για να βγάλει κάποιο νόημα. Ήταν, λέει, θαυμάστριά του, είχε διαβάσει όλα του τα βιβλία και ήταν εκείνος η αιτία για να αρχίσει να γράφει. Κάθισαν στο μικρό σαλόνι που διατηρούσε. Στην προσπάθεια να τεθεί μία άνω τελεία στη συζήτηση - σωστός μονόλογος δηλαδή,  της πρότεινε καφέ. Αρνήθηκε ευγενικά και συνέχισε με τον ίδιο ρυθμό. Είχε, λέει, φέρει μαζί της μερικά από τα γραπτά της και ήθελε να τα κοιτάξει, να τα διορθώσει. Μετά βίας καταλάβαινε. Δεν του είχε ξανασυμβεί, άλλωστε, για να ξέρει πώς να αντιδράσει.
 Απομακρύνθηκε λίγο και την παρατήρησε. Μιλούσε με εφηβικό πάθος για όσα είχε κατά καιρούς δημοσιεύσει, είχε μάθει και για ένα σεμινάριο για υποψήφιους συγγραφείς που είχε δώσει - πριν ακόμη γεννηθεί, αν υπολόγιζε σωστά - και θεωρούσε φυσικό να χτυπήσει την πόρτα του συγγραφέα που “συναντούσε” κάθε δύο χρόνια στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς της. Να λυθεί και η απορία της για τη σχεδόν πενταετή απουσία του. Του στάθηκε αδύνατο να απαντήσει, όπως και να αρνηθεί να ρίξει μια ματιά στα χαρτιά που κρατούσε. Χωρίς μεγάλες προσδοκίες, της εξήγησε. Της είπε να περάσει σε μια εβδομάδα. Το δέχτηκε. Έφυγε όσο απρόσμενα είχε έρθει.
Έμεινε να κοιτά μια τα χαρτιά και μια την πόρτα. Μια το μέλλον και μια το παρελθόν. Συνειδητοποίησε πως το ταξίδι του έπρεπε να αναβληθεί. Πώς τα είχε καταφέρει έτσι;  Λίγες στιγμές πριν κρατούσε τη φυγή στα χέρια του και τώρα, τώρα τις σελίδες μιας άγνωστης – ούτε το όνομα της δεν είχε ρωτήσει – που τον δέσμευαν. Ούτε που του πέρασε απ’ το μυαλό η πιθανότητα να τα παρατήσει όλα  και να συνεχίσει τα σχέδια για το μεγάλο φευγιό. Μια υποχρέωση που ήρθε από το πουθενά, σακί άμμου που κρεμάστηκε στο αερόστατό του την στιγμή που έλεγχε τις τελευταίες λεπτομέρειες πριν την απογείωση. Τώρα;
Άνοιξε την πόρτα, κατέβηκε τις σκάλες βιαστικά – όχι, για να την προλάβει, όχι, ήταν πια πολύ αργά – και έτρεξε στο περίπτερο για εφημερίδα. Την άνοιξε και βυθίστηκε στις σελίδες στη μέση του δρόμου με την προσδοκία να λάβει ένα μήνυμα πίσω από τις γραμμές της, ένα μήνυμα με μοναδικό παραλήπτη εκείνον. Κάτι που θα του έδινε ένα σημάδι για το σταυροδρόμι που ανοίχτηκε στο δρόμο που είχε επιλέξει να ακολουθήσει. Μάταια. Γέλασε με τον εαυτό του που άφησε μια τόσο σουρεαλιστική σκέψη να τον καταλάβει, πέταξε μακριά την εφημερίδα - δεν εμπιστευόταν την ενημέρωση του σε χαρτιά.  Γύρισε σπίτι.