Παρασκευή, 15 Μαΐου 2015

Παραμύθι #1

Σε έναν τόπο άτοπο και σε ένα χρόνο άχρονο, ή, αν προτιμάτε, μια φορά κι έναν καιρο, ζούσε ένας μονόκερος. Ο μονόκερος αυτός έψαχνε την αγάπη. Την έβρισκε συχνά στα χρώματα. Του ουρανού, της μουσικής, των ματιών, του αέρα.Τη συναντούσε στο "ναι" των παιδιών στην ερώτηση "παίζουμε;". Στα βότσαλα της θάλασσας, στα ξυλαράκια των δέντρων και στα φύλλα τους, στα ζώα και στο περπάτημά τους ή το πέταγμα τους...Τα χρώματα αυτά τον χρωμάτιζαν αυξητικά.'Ωσπου μια μέρα, ένιωσε πως έχασε την αγάπη. Όλα άδειασαν. Έγινε ολόλευκος. Η ματιά του άλλαξε μορφή. Όλα έχασαν το φως που είχαν. Περπατούσε και πετούσε αλλά τίποτα δεν είχε νόημα πια. Οι καθημερινές κινήσεις, οι ομιλίες, οι διαδρομές. Πέρασαν μέρες έτσι... Πίστευε πως τίποτα δεν θα μπορούσε να φέρει πίσω όλα όσα είχε αναγνωρίσει. Και ξαφνικά είδε έναν άλλο μονόκερο. Θηλυκό. Σχηματισμένο με όλα τα χρώματα που είχε αντικρύσει στη ζωή του. Και δεν στάθηκε εκεί. Άρκεσε που οι ματιές τους συναντήθηκαν. Μεμιάς, συνέβη κάτι απρόσμενο. Τα μισά της χρώματα, τα γαλάζια, αυτά τα πολύτιμα που θα μπορούσαν να τον χρωματίσουν, του χαρίστηκαν. Ούτε κι εκείνη, μα ούτε κι αυτός μα ούτε κι εγώ, να σας πω την αλήθεια, γνωρίζω το πώς. Άξαφνα, μέσα σε μια ξεχωριστή στιγμή, έγινε. Τώρα, στο πάντα και στο παντού, περπατούν πλάι-πλάι. Χρωματίζονται κι οι δυο και πάλι μέσα στις μέρες. Χάνονται για να ξαναβρεθούν με όρκο αιώνιας αγάπης την πρώτη τους ματιά. Κι έτσι, περνούν καλά κι όλοι που τους γνωρίζουν, όπως εσείς, καλύτερα. Κι έτσι, γνωρίζοντας τους, φαντάζομαι πως χρωματίζεστε κι εσείς...