Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2015

Αντιγόνη ή μια ύπαρξη με δανεικό όνομα


Είναι Μάρτης του 1982. Άνοιξη. Ένα μωρό γεννιέται. Μια ψυχή κατεβαίνει στη γη από το πλανήτη των αγέννητων, όπως θα ακούσει 29 χρόνια μετά σε μια θεατρική παράσταση. Φθάνει σε μια οικογένεια, πηγαίνει σχολείο, μεγαλώνει. Μοιάζει με όλους και, ταυτόχρονα, όπως όλοι, δε μοιάζει με κανέναν. Κάτι την οδηγεί και οδηγείται. Κάποια της χαρίζονται και χαρίζει. Όσα της δίνονται, τα δίνει. Και δε μένει άδεια, όπως θα περίμενε κανείς. Υπακούει σε κάτι που την ξεπερνά. Κάτι εσωτερικό, ανώτερο. Στιγμές-στιγμές προσπαθεί να το προσδιορίσει. Το ονομάζει τότε θείο, ψυχή, όνειρο, ουτοπία ή, απλά, παιδί.
 Κάποιος στη διαδρομή τη συγκρίνει με την Αντιγόνη, εκείνη την ηρωίδα που ακολούθησε τον εσωτερικό της νόμο πάνω από τον συμφωνημένο, αυτόν της κοινωνίας. Το άκουσε, χαμογέλασε, προχώρησε. Δεν την αγγίζουν λόγια καλά και προσβολές, εξίσου. Πορεύεται σε έναν δρόμο που φτιάχνει στιγμή τη στιγμή, λέξη τη λέξη. Και πάει. Ανηφορικά, όπως λέει, ελπίζοντας. Ή ανηφορικά, όπως ελπίζει, λέγοντας. Συναντά και δε προσπερνά. Ξεχνά για να θυμάται και θυμάται για να ξεχνά. Την ορίζουν, συχνά-πυκνά, ο χώρος και ο χρόνος που ενυπάρχουν όπως αντιλαμβάνεται ο ένας μέσα στον άλλο αλλά θέλει να χαρακτηρίζεται άτοπη και άχρονη.
 Τη γνώρισα κι εγώ. Για λίγο. Όπως θέλει σχεδόν πάντα. Με τη μόνιμή τάση φυγής. [Κάποιοι της καταλογίζουν αδυναμία δεσμού]. Για το παρακάτω. Με το φευγαλέο βλέμμα και τις μοιρασμένες στιγμές με τη προαίρεση απ’ τη μεριά της για δύο. Στάθηκα είδα. Αργώ να αξιολογήσω. Κι είναι κάτι που δεν ενοχλεί. Ίσως η όποια απόσταση να βάζει τα πράγματα στις πραγματικές τους διαστάσεις, στο μέτρο τους. Τη σκέφτομαι στο δρόμο, το σπίτι, την ασχολία. Να είναι και να μην είναι. Να υπάρχει και να μην υπάρχει. Να ορίζει και να μην ορίζει. Αλλά, δε πειράζει. Αντιγόνη, δεν την είπανε;