Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2015

Χριστόφορος ή οι τρόποι των τεσσάρων

Οι στιγμές μαζί του λιγοστές. Η κατανόηση αρκετή. Θα προσπαθήσω να τον εξηγήσω. Να τον ερμηνεύσω σε λίγες γραμμές, με λίγες λέξεις, με μελάνι και χαρτί. Ίσως για να μη ξεχάσω, ίσως για να θυμηθώ. Ίσως, ταυτόχρονα, για να φανερώσω μια πορεία. Άλλου. Ξένου; Ξένιου; Κοντινού; Σίγουρα ξεμακραίνοντας…

Εν πρώτοις, συνάντησε κάποιον που θέλησε να υπερτονίσει το σώμα, τα πάθη και όποια λογική τα συνοδεύουν. Τον έπεισε ότι τα κατάφερε. Έγινε δήθεν δεκτικός στις φράσεις και στις παρωχημένες λογικές του, ακόμα-ακόμα και σε εκείνες τις ανυπέρβλητες λαϊκίστικες θυμοσοφίες του. Έκρυβε καλά το γελοίο – και το γέλιο του. Προχώρησε.

Συνάντησε, δευτερευόντως, το αναμενόμενο του πρώτου. Τη προσφορά σώματος. Σε πολλές εκδοχές. Ηλικιακές, χρονικές, τοπικές. Έγνεψε καταφατικά. Έπεσε στεκόμενος. Έμαθε τους τρόπους της – γιατί για περίπου γυναίκα επρόκειτο – και προχώρησε.

Συνάντησε, τριτεύοντος, τη δικλείδα των δύο προηγούμενων και μαζί του τέταρτου. Του κορυφαίου. Όπως νόμιζε ο ίδιος, δηλαδή ο τέταρτος. Άκουσε λογικές της πιάτσας, παραποιημένους ρυθμούς, θυσιασμένες λειτουργίες ανθρώπων στο βωμό μιας πλασματικής τρέλας που βόλευε αυτόν που αγάπησε και μπόρεσε να αγαπήσει μόνο τον εαυτό του. Και κανέναν άλλο. Μιμήθηκε, λοιπόν, δανεικούς τρόπους, έκλεψε, ένιωσε, έστειλε.

Τέλος, δήθεν φευγαλέα συναντήθηκε με τον αίτιο. Σε μεγάλες ανάγκες επαφής ή γέλιου, ποιος να διακρίνει; Ξεπέρασε όλους τους τρόπου του με ΑΓΑΠΗ κι έκανε όλο το μαύρο που μπορούσε να φέρει και να νομίσει πως τον κάνει δυνατό, ολόλευκο. Υποψιάστηκε, φαντάστηκε, υπέθεσε. Στάθηκε.

Και τώρα, εγώ, λίγες στιγμές κοντά του τον ονομάζω Χριστόφορο. Άλλου καιρού. Άλλων τρόπων. Μαθημένη να στέκομαι. Να αναγνωρίζω και να δείχνω. Για παρακάτω και για ψηλότερα.

Υ.Γ. Και οι τέσσερις και οι τρόποι τους προσπάθησαν να με ερμηνεύσουν. Μάταια.   

                                                                                                                                                                                              7/12/15                                                                                                                                                                                                                                  

Πληγή # νιοστού ή Εικόνα κόκκινη

Καιρό πολύ
γυρνούσες στη σιωπή,
οι λέξεις μαχαιρώνουν
ή αιμορραγούν.
Ματιές - μαχαιριές
δίνεις ή παίρνεις,
δεν έχει σημασία πια.
Ο πόνος φίλος
να σε χαιρετά
σε κάθε επαφή.
Να στρίβει στη γωνία
για να πεταχτεί
σαν γάτα
στις ρόδες.
Μπερδεύονται οι στιγμές.
Αυτές που όριζαν πορείες μαγικές.
Ο χρόνος γελάει,
ξέρει αυτός,
πάντα θα κινάει.
Κι αν δείχνει να νικιέται
είναι για να νιώθει παρών.
Ανησυχείς, τώρα,
σαν τρομαγμένο πουλί,
πού να βρεις στέγη και τροφή,
ή, έστω, μια μαχαιριά καυτή.
Να τρέχει το αίμα ποτάμι
με λύτρωση και θυσία να μοιάζει.

                       1/11/09