Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

Σαν παραμύθι


Μια φορά κι έναν καιρό ή έναν καιρό και μια φορά ή καμμία φορά και κανέναν καιρό ή όλες τις φορές και όλους τους καιρούς, ζούσε ένα κορίτσι. Την αρχή του παραμυθιού την διαλέγετε εσείς ή εγώ ή κι οι δυο μαζί ή κανένας. Πάει; Ωραία. Τώρα, για λίγο, μετά από αυτές τις λέξεις, κλείστε τα μάτια σας και φανταστείτε το κορίτσι αυτό… Ανοίξτε τα. Θα είδατε μια εικόνα ή καμμία ή πολλές ή εικόνες που δεν θα είχαν κορίτσια. Δεν πειράζει. Το κορίτσι, λοιπόν, αυτό ζούσε σε έναν κόσμο με χώρο και χρόνο και, ίσως, κι όχι. Ξαφνιαστήκατε; Μπορεί και όχι… μεγάλωνε μόνη και μαζί με άλλους, με ό,τι την τριγυρνούσε και, μήπως κι όχι; Μάλλον ναι. Συναντούσε αντικείμενα, δέντρα, λουλούδια, σύννεφα,  ήλιους, φεγγάρια και, κυρίως, ανθρώπους. Ή, μήπως, όλα αυτά μέσα τους; Απαντήστε όσο την ξέρετε… γνώριζε, ανακάλυπτε, μάθαινε και μεγάλωνε. Ή, έτσι, της είχαν πει… αλλά, όπως δεν της είχαν πει, μοιραζόταν. Το καθετί στον οποιοδήποτε. Έτσι ζούσε. Αυτό ήταν ζωή για εκείνη. Και έφτιαχνε καινούργια αντικείμενα, δέντρα, λουλούδια, σύννεφα, ήλιους, φεγγάρια μέσα σε  ανθρώπους. Συνήθιζε να τους ονομάζει πλανήτες. Συνήθιζαν να τους ονομάζουν δορυφόρους της. Ισχυριζόταν πως τίποτα δεν  ήταν ετερόφωτο. Το έκλεινε σε ένα φευγαλέο περπάτημα ή ένα «γεια» και προχωρούσε. Μερικές φορές δεν είχε χρόνο ή χώρο να το εξηγήσει. Ούτως ή άλλως θα ερμηνευόταν. Με ή χωρίς παρουσία. Με ή χωρίς παρουσία. Με ό,τι φωτεινό, λαμπερό κι αληθινό ΕΥΤΥΧΩΣ μας ξεπερνά. Από πάντα και για πάντα. Ήλπιζε, πίστευε, αγάπαγε. Κι ήταν σίγουρη. Και ήρεμα ανήσυχη κι ανήσυχα ήρεμη… Ίσως την έχετε ανταμώσει.

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2016

Πεζοποίημα #13

Παράλληλα, η δήθεν πειστικότητα
της μη αμαρτωλότητας
να ανοίγει δρόμο
για πάθη που ακόμη
δεν υπήρχαν.
Συνέβησαν, βιώθηκαν.
Δεν χρειάζονται επανάληψη.

              14/1/16

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2016

Πεζοποίημα #12

Μάχες μεγάλες για μικρούς,
κερδισμέμους νικητές
από Άλλον
με όπλα παρατημένα
μόλις αναγνωρίστηκαν
             στα χέρια.

                2/1/16

Πεζοποίημα #11

Υιοθετώντας και καταδιώκοντας
το καινούργιο κα το δημιουργικό,
αναλαμβάνουν νέους ρόλους.
Ισχυρίζονται κατανόηση και
πρωτότυπες λογικές.
Παρατηρώ, καταγράφω.
Δεν μπορώ να εξισωθώ.

             31/12/15

Πεζοποίημα #10

Σταματούν τους υπολογισμούς
και τη καταμέτρηση
σαν συνειδητοποίηση στιγμής
και βλέπουν το Παν.
Ξεγελιούνται γιατί επιλέγουν,
ξεγελούν - λένε- και συνεχίζουν.
Ποια πορεία;

                               31/12/15

Πεζοποίημα #9

Μολις αντικρίζεται το δικό Του
με αστραπιαία, πλέον, ταχύτητα
να πάσχει το αλλότριο να νικηθεί.
Η μάχη είναι εξαρχής χαμένη.
Η υποτιθέμενη μελλοντολογική υπεράσπιση
ανεκδοτολογική.
Κι οι νίκες; Όλες δικές Του.

                     31/12/15

Πεζοποίημα #8

Λυτρωτικό χρώμα, περαστικό.
Ανεξήγητο και εξηγημένο
τόσο απόλυτα που αγνοείται.
Προσπερνιέται ως τη στιγμή
της ψυχής.
Πορεία μικρή να συννενοείται στιγμιαία
και,ταυτόχρονα,
αιώνια.

                 31/12/15

Πεζοποίημα #7

Σκαπανείς, δικαστές, επιστήμονες,
τεχνίτες, εργάτες, παιδιά
επιχείρησαν να αποδώσουν
εξηγήσεις και δικαιοσύνη.
Γύρευε αυτή του φωτός.

                   31/12/15

Πεζοποίημα #6

Βρέθηκε σε κάθε σταγόνα.
Κανείς δε μπορούσε να το συλλάβει.
Στο δάκρυ, στη βροχή, στη θάλασσα,
στο ποτάμι, στη νιφάδα.
Όχι, στιγμή δεν δήλωσε τέλεια.

                     31/12/15

Πεζοποίημα #5

Κυλούσε για ώρα ανάμεσα
στον ουρανό και τη γη,
στη σιωπή και τον κρότο
του σύμπαντος, στη φωτιά
και το νερό. Τον ονόμασαν
"Ζωή". Ήταν ο μόνος όρθιος
άνθρωπος.

                      31/12/15

Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2016

Πεζοποίημα #4

Ας φανταστούμε πως το αίμα
των πληγών ρέει στις φλέβες
των δέντρων ενός αόρατου δάσους
και σχηματίζει φυλλώματα
για νέα τραγούδια πουλιών
για όσους μπορούν να τα ακούσουν.

                              31/12/15

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2016

Πεζοποίημα #3

Κανένας δε πληγώνεται απ' ότι
δεν έχει επιτρέψει να αγαπήσει.

                          29/12/15

Πεζοποίημα #2

Σε κάθε μαχαιριά, η μόνη άμυνα
είναι η απομάκρυνση με κατανόηση
του αιχμηρού και η περίθαλψη της πρόθεσης.

                                                29/12/15

Πεζοποίημα #1

Ας υποτεθεί ότι ο άνθρωπος αυτός έσκαβε
 και αντί για χώμα, βρήκε επτά ουρανούς
 και, ανασηκώνοντας το βλέμμα στιγμιαία,
 υπέθεσε τον όγδοο.
                                                                                          
                                       29/12/15                                                                

Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2016

Ουτοπία (;)


Στεκόμουν ή έπεφτα; Στεκόμουν ή προχωρούσα; Υποθέτω πως περπατούσα σ’ ένα δρόμο και τα βήματά μου συνάντησαν κάτι. Απροσδιόριστο για τα μάτια. Το έπιασα, το κράτησα στα χέρια - κίνηση άστοχη, όπως αποδείχθηκε μετά-  και προσπάθησα να το αναγνωρίσω. Δεν έμοιαζε με τίποτα του παραδεδομένου κόσμου. Τόλμησα να το νοηματοδοτήσω σαν αόρατο εισιτήριο. Κι αμέσως η σκέψη : «πώς το είδα;». κοίταξα αν κάποιος είδε τη κίνηση των χεριών μου, τη διαδρομή από το πεζοδρόμιο στα χέρια και το έκρυψα βιαστικά στην εσωτερική τσέπη του παλτού μου. Χειμώνας ήταν. Για όλους. Σχεδόν και για μένα. Έκανα ένα βήμα. Τίποτα ίδιο. Όλα είχαν αλλάξει. Τα σχήματα, τα χρώματα, οι μυρωδιές, η αίσθηση της αφής και της γεύσης. Δεν ξαφνιάστηκα εντελώς. Ήξερα πως το εισιτήριο αυτό δεν ήταν κάτι που θα με ή το προσπερνούσα. Ένιωσα σαν να είχα ανακαλύψει ένα μυστικό που έπρεπε να το κρατήσω για τον εαυτό μου ή να το πω σε όλους. Με προσπέρασε ένας περαστικός. Μου φάνηκε σαν να έριξε μια κλεφτή ματιά κάπου προς τα το παλτό. «θα μου φάνηκε, κατάφερα να ψελλίσω για να πείσω τον εαυτό μου». Με προσπέρασαν κι άλλοι. Κι άλλες ματιές. Άνοιξα το βήμα. Πήγα σπίτι. Όλα τα αντικείμενα του, τα γνώριμα δεν φάνταζαν, ΗΤΑΝ αλλιώς. Είχε περάσει η μέρα. Είχα κουραστεί. Έπεσα για ύπνο. Πρωτοαντίκρισα τα όνειρα. Η μέρα ξεκίνησε. Πρωτοαντίκρισα τον ήλιο, έπειτα τα σύννεφα, τα δέντρα, τη πόλη, τους ανθρώπους. Πέρασαν μέρες. Έζησα. Μίλησα, χαμογέλασα, μοιράστηκα. Και νύχτες. Ένας ολόκληρος κόσμος, άλλος, ανύπαρκτος και, μαζί, ολοζώντανος είχε ανοιχτεί εμπρός μου. Μια μέρα περνώντας όπως κάθε μέρα δίπλα από ένα σχολείο άκουσα ένα παιδί δείχνοντάς με να λέει :» ο άνθρωπος με το αόρατο εισιτήριο!», κρύφτηκα σε μια έκφραση και προχώρησα. Μπόρεσα να ακούσω κι ένα δεύτερο : « ναι, το εισιτήριο της ουτοπίας…». Η ματιά μου στράφηκε σ’ έναν σκύλο και το κούνημα της ουράς του συμπλήρωσε : « της ουτοπίας των χρυσών στιγμών!». Ακολούθησε ένας θόρυβος : « εκεί όπου όλα τα χρώματα είναι ενωμένα!». Είδα κάτι χριστουγεννιάτικα λαμπάκια που ήταν σαν να μιλούσαν : «και δεν χρειάζεται κανένα να οριστεί!». Το βλέμμα μου υψώθηκε στον ουρανό και με τη σκέψη του ιδανικού Ζωγράφου μέτρησα επτά ουρανούς.