Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2016

Ουτοπία (;)


Στεκόμουν ή έπεφτα; Στεκόμουν ή προχωρούσα; Υποθέτω πως περπατούσα σ’ ένα δρόμο και τα βήματά μου συνάντησαν κάτι. Απροσδιόριστο για τα μάτια. Το έπιασα, το κράτησα στα χέρια - κίνηση άστοχη, όπως αποδείχθηκε μετά-  και προσπάθησα να το αναγνωρίσω. Δεν έμοιαζε με τίποτα του παραδεδομένου κόσμου. Τόλμησα να το νοηματοδοτήσω σαν αόρατο εισιτήριο. Κι αμέσως η σκέψη : «πώς το είδα;». κοίταξα αν κάποιος είδε τη κίνηση των χεριών μου, τη διαδρομή από το πεζοδρόμιο στα χέρια και το έκρυψα βιαστικά στην εσωτερική τσέπη του παλτού μου. Χειμώνας ήταν. Για όλους. Σχεδόν και για μένα. Έκανα ένα βήμα. Τίποτα ίδιο. Όλα είχαν αλλάξει. Τα σχήματα, τα χρώματα, οι μυρωδιές, η αίσθηση της αφής και της γεύσης. Δεν ξαφνιάστηκα εντελώς. Ήξερα πως το εισιτήριο αυτό δεν ήταν κάτι που θα με ή το προσπερνούσα. Ένιωσα σαν να είχα ανακαλύψει ένα μυστικό που έπρεπε να το κρατήσω για τον εαυτό μου ή να το πω σε όλους. Με προσπέρασε ένας περαστικός. Μου φάνηκε σαν να έριξε μια κλεφτή ματιά κάπου προς τα το παλτό. «θα μου φάνηκε, κατάφερα να ψελλίσω για να πείσω τον εαυτό μου». Με προσπέρασαν κι άλλοι. Κι άλλες ματιές. Άνοιξα το βήμα. Πήγα σπίτι. Όλα τα αντικείμενα του, τα γνώριμα δεν φάνταζαν, ΗΤΑΝ αλλιώς. Είχε περάσει η μέρα. Είχα κουραστεί. Έπεσα για ύπνο. Πρωτοαντίκρισα τα όνειρα. Η μέρα ξεκίνησε. Πρωτοαντίκρισα τον ήλιο, έπειτα τα σύννεφα, τα δέντρα, τη πόλη, τους ανθρώπους. Πέρασαν μέρες. Έζησα. Μίλησα, χαμογέλασα, μοιράστηκα. Και νύχτες. Ένας ολόκληρος κόσμος, άλλος, ανύπαρκτος και, μαζί, ολοζώντανος είχε ανοιχτεί εμπρός μου. Μια μέρα περνώντας όπως κάθε μέρα δίπλα από ένα σχολείο άκουσα ένα παιδί δείχνοντάς με να λέει :» ο άνθρωπος με το αόρατο εισιτήριο!», κρύφτηκα σε μια έκφραση και προχώρησα. Μπόρεσα να ακούσω κι ένα δεύτερο : « ναι, το εισιτήριο της ουτοπίας…». Η ματιά μου στράφηκε σ’ έναν σκύλο και το κούνημα της ουράς του συμπλήρωσε : « της ουτοπίας των χρυσών στιγμών!». Ακολούθησε ένας θόρυβος : « εκεί όπου όλα τα χρώματα είναι ενωμένα!». Είδα κάτι χριστουγεννιάτικα λαμπάκια που ήταν σαν να μιλούσαν : «και δεν χρειάζεται κανένα να οριστεί!». Το βλέμμα μου υψώθηκε στον ουρανό και με τη σκέψη του ιδανικού Ζωγράφου μέτρησα επτά ουρανούς.