Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2016

Μορφή αλλοτινής εποχής


Πήγα κι εγώ στο χωριό. Καλοκαίρι. Αύγουστος. Άκουσα τα τζιτζίκια, είδα τη μουριά της αυλής, έμαθα το χαγιάτι. Ήμουν 10 χρονών. Ήμουν παιδί αλλά και είχα μεγαλώσει. Είχα μεγαλώσει, ευτυχώς, στη σκέψη της αγάπης του για τρία χρόνια. Στη πόλη που αναγκάστηκε να ζήσει λόγω ασθενείας. Κι είχα μεγαλώσει και στις λίγες συναντήσεις που δεν θυμάμαι και που η ερώτηση του γιου του μού έφερε απρόσμενα, χρόνια μετά όπως άξαφνα σε έπιανε αφηρημένο και σε ρωτούσε : «Τί φτιάχνεις;».

Πήγα στη βερούκα, στο κτήμα μας, στη πηγή. Όλα, όπως μου είπαν, ένιωθαν την απουσία του. Των βημάτων, των λόγων, των πράξεων, των σιωπών του. Κυρίως των τελευταίων. Μου διηγήθηκαν έναν κήπο με ντομάτες, αγγούρια, κολοκύθια, χόρτα. Και προσεκτική είσοδο με μια μικρή άδεια και οδηγία από μέρους του να πατηθεί και να κοπούν οι καρποί.

Είδα με την άκρη του ματιού μου στη διαδρομή το δικό μου κομμάτι παραδείσου που μου είχε αφήσει πίσω. Ήταν σε ένα μικρό ξέφωτο μια λεμονίτσα. Ένιωσα και ήξερα την ίδια στιγμή πως όλα έτσι θα είναι εκεί. Ο παππούς μου μού έλυνε κάθε απορία για το πώς δημιουργείς την αιωνιότητα στο φαινομενικά πρόσκαιρο για δυο γενιές αργότερα με την «απουσία « σου.

Επάγγελμα; Παπάς. Λειτουργούσε, λένε, σαν άγγελος και τηρουσε πρώτα τις ακολουθίες κι έπειτα τον κήπο του, που με το περίσσευμά του πολλές οικογένειες του χωριού ανακουφίστηκαν. Κατέβαινε στο καφενείο του χωριού για έναν καφέ ή ένα κρασί να μάθει τα νέα των χωριανών και, κυρίως; Να λύσει τυχόν παρεξηγήσεις. Γιατί έφτανε ένας λόγος για να λυθούν. Ένα «ναι» στην κυρά του, τη παπαδιά, για όλη τη μέρα. Μια φράση στα παιδιά του για μια χρονική περίοδο όταν ενηλικιώθηκαν.

Ήξερε καλά τον κόπο του μυρμηγκιού, της κότας, του πουλιού, του κατσικιού, της αγελάδας, του γαϊδουριού και του σκύλου. Την αξία του χόρτου, του βοτάνου, του θάμνου, του δέντρου. Του ανθρώπου και κάθε μέλους του σαν δημιουργήματα Του. Και τα τιμούσε. Σε κάθε ανάσα του με μια καρδιά που αιμορραγούσε διαρκώς μα δεν άφησε σχεδόν σε κανένα να δει μια σταγόνα πόνου.

Την έκρυβε σε ένα χρυσό χαμόγελο. Κουράγιου, ελπίδας, παρηγοριάς. Θα έλεγα, γνώσης. Της δικαιοσύνης και της αγάπης Του. Και πορευόταν. Ήσυχος, ανάλαφρος και σίγουρος. Για τα μέσα και τα έξω. Για την εποχή, τις συνθήκες, τις στιγμές. Άφηνε τη πορεία του στον Δρόμο τον μεγάλο. Άλλοι συμπορεύτηκαν, άλλοι  προσπέρασαν, άλλοι ξαφνιάστηκαν, άλλοι κατάλαβαν, άλλοι διάλεξαν να αγνοήσουν.

Όλοι χώρεσαν στην καρδιά του. Για πάντα. Από τη πρώτη στιγμή αναγνώρισής τους στη ζωή του. Όλους τους κουβάλησε περήφανα. Ταπεινά στεκόμενος στην αξία που τους δίνονταν ως το τέλος. Με οποιοδήποτε τίμημα. Ακόμα με εκείνους τους πόνους μαρτυρίου του καρκίνου των οστών.

Με υπομονή και εμπιστοσύνη σε Εκείνον. Που γνωρίζει τί στέλνει σε ποιόν. Τί μπορεί να αντέξει ο καθένας. Τίποτα πάνω από την αντοχή. Κι εγώ, εδώ και τώρα, ύπαρξη – παραδεκτά- αλλοτινής εποχής να καταγράφω για να μην ξεχνώ. Μάλλον, τέλος.

                                                                                                            22&31/1/16

Σημ.1: χαγιάτι=χωριάτικο σκέπαστρο αντί μπαλκονιού

Σημ.2: βερούκα=ονομασία κτημάτων τοπική