Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2016

Δοκιμή παραμυθιού ή μια εξήγηση ζωής


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια καρδιά. Μια μικρή καρδιά που ήθελε να μάθει ποδήλατο. Ξεκίνησε , λοιπόν, μια όμορφη, φωτεινή μέρα και ανέβηκε στη σέλα. Στο δρόμο της συνάντησε πετραδάκια. Την ενοχλούσαν και την έβγαζαν εκτός ισορροπίας. Το βρήκε σαν παιχνίδι πότε να τα πατά (;), πότε να τα προσπερνά. Θυμήθηκε, δα, από άλλο παραμύθι ότι μ’ αυτά ένα παιδάκι έβρισκε το δρόμο του πίσω στο σπίτι του. Ίσως, λοιπόν και γι΄αυτή να χάραζαν το δικό της μονοπάτι για τον μεγάλο δρόμο.

Κάποια άλλη μέρα που έκανε ποδήλατο η μικρή καρδιά, ο άνεμος φυσούσε λυσσασμένα και πάλι την έβγαζε εκτός ισορροπίας. Πείσμωσε, όμως και έβαλε τα δυνατά της να κρατήσει το τιμόνι της σταθερό. Τότε, μαγικά, άρχισε να ξεχωρίζει λέξεις, μελωδίες και σκοπούς και γύρισε σπίτι με ένα αναπάντεχο τραγούδι στα χείλη. « Πόσες φορές, άλλωστε, όταν φοβόταν πολύ δεν έπιανε το τραγούδι;» αναρωτήθηκε.

Κάποιες μέρες αργότερα που είχε βγει από το σπίτι η μικρή καρδιά –μεγαλωμένη λίγο- με το ίδιο ποδήλατο της, συνάντησε έναν άνθρωπο με πατερίτσα. Καθώς  σταμάτησε και τον λυπήθηκε λίγο, κοντοστάθηκε και του μίλησε,  βγαίνοντας λίγο εκτός ισορροπίας, εκείνος την συμβούλεψε να ξαναβάλει τις βοηθητικές ρόδες πίσω στο ποδήλατο γιατί ήταν μικρή ακόμη και τις χρειάζονταν. Εκείνη, μεμιάς, έκλεισε τα αυτιά της, καβάλησε με ορμή το ποδήλατό της και ένιωσε άξαφνα πως από μια μικρή καρδιά μετατράπηκε σε έναν ολόκληρο κατακόκκινο άνθρωπο.

*Διόρθωση/Άλλη εκδοχή :  Στη θέση του τρίτου ανθρώπου, είδε κάποιον που έπαιζε υπαίθριο σκάκι και την συμβούλεψε πως χρειάζονται άνθρωποι-πιόνια...