Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2016

Παράξενα παιχνίδια (~κεφ.1)



                                     ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ         

 

Το χαρτί μπροστά του λευκό. Οι σκέψεις λιγοστές. Ποια φράση να φτιαχτεί απ’ αυτές; Πώς ξεκινούσε πάντα, να θυμηθεί. Ένα μήνυμα, μια εικόνα, μία λέξη, μια πρόσφατη συζήτηση. Τι τον κινητοποιούσε, να θυμηθεί. Ναι, να θυμηθεί. Αλλά πώς; Τι είχε συμβεί και ένιωθε άδειος; Ποτέ πριν έτσι. Άδειος. Άλλη μια μέρα.   Πάντα κάτι δούλευε κρυφά μέσα του και έβγαινε την κατάλληλη στιγμή. Έτσι ήταν ή έτσι πίστευε; Τι σημασία έχει τώρα.

 Τώρα που νιώθει πιο μετέωρος από ποτέ. Πρώτη φορά ανέμπνευστος. Δεν θα το αφήσω άλλο έτσι, σκέφτηκε. Θα αντιδράσω. Θα αλλάξω εικόνες. Θα πάω ένα μακρινό ταξίδι. Θα  δω νέα μέρη, νέους ανθρώπους, θα φορτιστώ. Κι αν η έμπνευση με ξέχασε, θα την βρω και πάλι στο δρόμο, όπως πίστευα και συνέβαινε παλιά. Στα πρώτα χρόνια, που ούτε υποχρεώσεις με περιόριζαν, ούτε δεύτερες σκέψεις για ύφος, συνοχή, αληθοφάνεια χαρακτήρων, δομή και άλλα. Τότε που έγραφα για μένα δίχως προοπτική κριτικής, κοινού, σιναφιού...

Γι’ αυτό τον βλέπουμε τώρα με ένα “πακετάκι” μπροσούρες στα χέρια, να διαβάζει και να προσπαθεί να αποφασίσει σε ποιο σημείο θα αναζητήσει εκ νέου τη μούσα του. Μπήκε σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο, άρπαξε ό,τι φυλλάδιο βρήκε μπροστά του, είπε δυο βιαστικές κουβέντες στο πράκτορα – κάτι σαν “συγγνώμη”, κάτι σαν “βιάζομαι”, ή μήπως μόνο τις σκέφτηκε – και βρέθηκε ξανά στο δρόμο. Σταμάτησε το πρώτο ταξί που περνούσε και έφτασε σπίτι.

 Το είχε αποφασίσει. Τίποτα δεν θα τον σταματούσε. Αποφασιστικότητα. Αυτό του έλειπε τόσο καιρό. Τόσες μέρες που έγραφε και έσχιζε χαρτιά. Που άρχιζε και δεν τελείωνε πρόταση. Ναι, αποφασιστικότητα. Αυτό είναι το κλειδί απ’ αυτή τη φυλακή. Μια φυλακή με στέρεα υλικά. Σιωπή, σιωπή και σιωπή. Ούτε οι ήχοι των κλασσικών που λάτρευε δεν “λειτουργούσαν” πια. Ούτε οι φωνές των δίπλα διαμερισμάτων, ούτε τα γέλια παιδιών στο δρόμο - αλλοτινές αφορμές. Είτε σαν επιβεβαίωση πως ο κόσμος συνεχίζει να υπάρχει, να αγαπά, να παίζει, να μαλώνει, είτε σαν στοργική  υπενθύμιση – σχεδόν μητρική - μίας από τις ζωτικές ανάγκες του ανθρώπου.

Αλλά, προς τι τόση πελαγοδρόμηση; Το μέλλον του ήταν όλο μπροστά. Δεν τον είχαν πάρει δα και τα χρόνια. Είχε φροντίσει να απαλλαγεί ανώδυνα από όσα οι άλλοι συνηθίζουν να φορτώνουν τις ζωές τους, έρωτες, παιδιά, γατιά –  το τελευταίο σε περίπτωση ταξιδιού. Από αυτά που δεν έκανε ποτέ. Νάτο πάλι μπροστά του το ταξίδι. Μα πώς τα κατάφερνε να ξεχνιέται... Στα χέρια του τα φυλλάδια. Τα πρώτα περί Μαδρίτης, Λονδίνου, Κωνσταντινούπολης, δεν είχαν αλλάξει και τόσο τα γούστα του κόσμου, φαίνεται.

 

Ξαφνικά, είδε το πρόσωπό της. Δεν πρόλαβε να αμυνθεί στη μνήμη αυτή την εικόνα. Εκείνη ζωντανή, φωτεινή, με ανασηκωμένο το άνω χείλος σαν υποψία πόνου, χαμόγελου - δεν μπόρεσε ποτέ να ξεχωρίσει - μπροστά του. Με τα δυο της μάτια να λάμπουν ζητώντας του τα πάντα και τίποτα. Καμία άλλη δεν ήταν σε θέση να του ζητά και τα δύο ταυτόχρονα και να τα εννοεί. Και τα δύο. Έμεινε ασάλευτος, όπως τις στιγμές που παιδί κράταγε την αναπνοή του για να διαρκέσουν όσο περισσότερο γινόταν.

Άκουσε το κουδούνι να χτυπά. Το κουδούνι του. Είχε σχεδόν ξεχάσει τον ήχο του. Μετά την ανάρτηση της επισήμανσης προς παντός είδους διασαλευτές της ηρεμίας του και κατ’ επέκταση της έμπνευσής του, είχε ξεκαθαρίσει τη θέση του στους καλοθελητές “διακόπτες”. Σαν από όνειρο, λίγο χαμένος, λίγο νωθρός πήγε να ανοίξει. Μοναδική σκέψη πριν σηκώσει το βλέμμα του ήταν να φανταστεί στιγμιαία πώς θα έμοιαζε αυτός που αγνοούσε την προειδοποίηση.

 

…κι αν μερικοί λένε πως η ζωή παίζει παράξενα παιχνίδια, είναι γιατί δεν έχουν δει το επόμενο κι έτσι θεωρούν το πιο πρόσφατο το πιο ευφάνταστο της διαδρομής τους...

 

Κάτι σαν ζωή...


Ήταν η εποχή που ξεχώριζα ακόμα την αλήθεια και το ψέμα. Ακολούθησε μια εποχή που  αποδείκνυε πως όλη η προηγούμενη ήταν ένα ψέμα.