Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

Για να δεις...

...βγήκε αποφασιστικά στον δρόμο, κλείνοντας δυνατά πίσω τη πόρτα σαν τη πρώτη-πρώτη έξοδο στο φως που οδηγεί στο κλάμα της πρώτης ανάσας. Μπήκε σε άλλον κόσμο. Τίποτα από όσα έκλεινε πίσω της αυτή η πόρτα δε μπορούσε να ορίσει τί ένιωθε για τα όσα έπονταν. Ήταν η ίδια απελευθέρωση από την ασφάλεια των εννέα μηνών που έγινε βίαια και περιπετειωδώς με κίνδυνο ύπαρξης να στοχεύει σε ανάσα και καρδιά. Κι όλη εκείνη η σίγουρη περίοδος της κύησης να κρατιέται στη μνήμη με μια θύμιση απροσδιόριστη και ζεστή όπως το κλείσιμο των βλεφάρων στον ήλιο που ήρθε να την ανασύρει..
Αφέθηκε στα βήματα και δίχως να τα μετράει, σε λίγα ο θυμός έφυγε. Ποτέ δεν κράταγε πολύ. Δε μπορούσε. Συνάντησε τον πρώτο άνθρωπο της μέρας. Έναν ηλικιωμένο που με δυσκολία όριζε τα δικά του βήματα λόγω δυσκολίας ή ασθενείας. Έκανε πως δεν δίνει σημασία, δε προσπέρασε η καρδιά της κκαι συνέχισε. Για να μαζέψει εικόνες της δικής της εκδρομής. Που είχε πάντα πεδιάδες και βουνά. Ομορφιές και α-σχήμιες. Δηλαδή άμορφες, για την ώρα, ομορφιές. Δίχως σχήμα. Κράτησε την ελπίδα στη σκέψη και προχώρησε. Συνάντησε πρόσωπα. Μικρά και μεγάλα. Πώς να τα χαρακτηρίσει; Τους μίλησε και ήθελε να τους δείχνει την ανηφόρα κι ας είχε κόπο.
 Χρόνο μετά, ήρθε αυτό που αποκαλούμε κούραση. Θα γύριζε στο σπίτι. Πάλι. Όχι η ίδια.Ποιος και το δει και με ποια μάτια; Κρατούσε μερικά εξωτερικά σχήματα της μέρας: εισιτήρια, αποδείξεις, διαφημιστικα, κ.α.
 
                                 Για να δεις κάτι πρέπει κάπου να το κουβαλάς...
                                                                ή
                                   ...να αφήνεσαι κάποιος να στο δείξει.
 
                                                                                                                 24/2/16