Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

Δέκα θαύματα

Βαθιά την αίσθηση του αποχωρισμού. Και συ και γώ. Χτίσαμε τη ζωή μας με άδεια τούβλα. Τούβλα φθαρτά και εύκολα διαλυόμενα. Σαν τα κτίσματα πάνω στην άμμο. Εκείνα, όμως, μοιάζουν να ξέρουν τη ζωή τους. Τον χρόνο της. Τον χρόνο και τις φθορές του δεν τις εκτιμήσαμε ποτέ σωστά. Πιστεύαμε τον κάθε αποχωρισμό σαν ευκαιρία συνάντησης νέας και κάθε νέα συνάντηση ευκαιρία για έναν νέο αποχωρισμό με τον κύκλο αυτό τον ορατό μα και αόρατο να μη προκαλεί ανησυχία. Θεωρούσες τον κύκλο το τελειότερο σχήμα. Θεωρούσα τον κύκλο σύμβολο μη ασυνέχειας. Κάθε άλλο σχήμα φάνταζε εχθρικό στη ματιά σου. Κάθε συνάντηση της ματιάς σου με άλλο σχήμα ήταν αφορμή ανησυχίας. Δικής σου άρα και διπλής. Νιώθαμε ένα χωρίς να καταλαβαίνουμε τι οι άλλοι λένε ζευγάρι. Νιώθαμε, δηλαδή, ζευγάρι για τους άλλους και ένα για μας. Ξέραμε να γελάμε μαζί. Ποτέ, όμως, με τους άλλους. Ποτέ εις βάρος τρίτων. Το γέλιο το δικό μας ήταν καθρεφτισμός των δύο που γίνονταν ένα. Ήξερες πότε να με κάνεις να χαμογελώ, πότε να γελώ, πότε να μειδιώ. πρόσεχες όλες αυτές τις διαφορές στο πρόσωπό μου, στο στόμα μου, στα μάτια μου. Περίμενες τις κινήσεις των μυών που τις ακολουθούσαν αντίστοιχα. Άρχισα να χαμογελώ ευκολότερα όσο σε γνώριζα και σαν να το γνώριζες, μαζί και όχι, άφηνες τον εαυτό σου να φαίνεται ακόμη και γελοίο - για κάποιους - για το γέλιο αυτό. Τα μάτια σου άρχισαν να λάμπουν συχνότερα, να χαμογελούν κι αυτά, ξεχνώντας τη παλιά πληγή στην όψη τους. Το βλέμμα άρχισε να σταθεροποιείται και να γεμίζει με σιγουριά για τα όνειρά σου. Τα όνειρά σου που μπόρεσαν να πολλαπλασιαστούν, όχι απλά να διπλασιαστούν κοντά μου. Ο πολλαπλασιασμός σαν πρόσθεση άλλης μορφής. Η προέκταση, Η επέκταση, η έκταση του εαυτού σου απλωνόταν και αποκαλυπτόταν. Τότε σε φοβήθηκες. Φοβήθηκες όλα αυτά τα μικρά και μεγάλα που ήσουν γεμάτος. Φοβήθηκες την ψευδαίσθηση του να νομίζεις ότι είσαι ο μοναδικός άνθρωπος που μπορείς να κάνεις κάποιον άλλο ευτυχισμένο. Δεν λύγισες. Δεν απελπίστηκες. Έκανες πίσω. Ένα βήμα; Δύο; Δεν ξέρω. Σ' αυτά τα βήματα χάνω το μέτρημα. Χάνω, ίσως, και το μυαλό μου. Χάνω μαζί με το μυαλό μου και τον εαυτό μου γιατί αφήνομαι. Κάνω - εύκολα - τα εύκολα να μοιάζουν δύσκολα και τα δύσκολα εύκολα. Όπως τα απλά περίπλοκα και τα περίπλοκα απλά. Αυτή είναι, ίσως, και η μοναδική ευκολία που επιτρέπω στον εαυτό μου. Διαλέγοντας, κατά κοινή ομολογία όσων με γνώρισαν μα και όσων δε προσπάθησαν αρκετά, χωρίς δεύτερη σκέψη τον δύσκολο δρόμο για τον δύσκολο τρόπο... Ξεχνώντας τις μυστικές κι ανείπωτες υποσχέσεις για τα σοβαρά και τα αστεία που μένουν να ειπωθούν... Ξεχνώντας το τρίπτυχο "παιδί-κορίτσι-γυναίκα" και τον κόσμο που μετρά δέκα τα θαύματά του. 

                                                                                                                                     31/5/2001