Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2016

Το κορίτσι που κοιτούσε ψηλά - Παραμύθι

Σε μια πολιτεία με σπίτια χαμηλά ανάμεσα σε τόσους ανθρώπους ήταν κι ένα κορίτσι που κοιτούσε ψηλά. Κοιτούσε ψηλά κι αφηρημένη συχνά σκόνταφτε. Σε πέτρες, στο πεζοδρόμιο, πάνω σε άλλους. Ευτυχώς γι' αυτήν, όχι πάνω σε κολώνες.
Κοιτούσε ψηλά και πολλοί αναρωτιούνταν τι κοιτούσε. Δεν την ρωτούσαν. Κοιτούσε, λοιπόν, τα βαμβακένια σύννεφα του ουρανού, τα αστέρια όταν τα πολλά φώτα της πολιτείας δεν ήταν έντονα, το φεγγάρι όταν γέμιζε και άδειαζε, όλα τα χρώματα της αυγής και του δειλινού και πότε-πότε, πράγμα σπάνιο, κάποιο ουράνιο τόξο.
Μια μέρα καθώς κοιτούσε ψηλά της ήρθε μια ιδέα. Μια τεράστια ιδέα, ή έτσι της φάνηκε. Πως ο ουρανός δεν μπορεί να χωριστεί. Δηλαδή, πως όλοι οι άνθρωποι όλων των πολιτειών βλέπουν όσο ουρανό αντικρύζουν ενωμένο. Κι ένα δάκρυ μαζί με ένα χαμόγελο σχηματίστηκαν στο πρόσωπό της. Έμεινε ακίνητη.
Αποφάσισε να μου εξηγήσει γιατί κοιτούσε τόσο συχνά ψηλά και έτσι έγραψα αυτές εδώ τις γραμμές. Τώρα και πέρα από αυτές τις λέξεις, ανάμεσα στις εικόνες του ουρανού, θα γνωρίζετε πως έχει αφήσει κάτι από εκείνη όπως μπορώ να δω κάθε φορά που σηκώνω το βλέμμα μου.

                                                                                                                                    5/10/2016